Roadhouse.gr
Roadhouse.gr
Αστεία και ανέκδοτα
Κάντε μας Like!
Διάφορα
Διάφορα και Τέλεια ανέκδοτα!
thumbnail
Δυο τύποι ψαρεύουν. Ο ένας δεν πιάνει τίποτα.
Ο άλλος κάθε λίγο και λιγάκι πιάνει κι από ένα ψάρι σχεδόν ένα μέτρο, το βγάζει από το αγκίστρι και το ξαναρίχνει στη θάλασσα.
Μετά από ώρες λέει ο πρώτος:
- 'Ρε φίλε σε βλέπω τόση ώρα να πιάνεις τόσο μεγάλα ψάρια, αλλά
γιατί τα ξαναπετάς στη θάλασσα;'
- 'Εγώ φίλε μου είμαι πολύ πλούσιος, πάω στις ταβέρνες και τρώω
τα καλύτερα ψάρια, αλλά ψαρεύω γιατί μου αρέσει η διαδικασία.
Να σηκώνομαι πρωί, να παίρνω τα σύνεργα, να βάζω τα αγκίστρια
στην πετονιά, να δολώνω τα αγκίστρια, να περιμένω μέχρι να τσιμπήσει το ψάρι, αυτή είναι απόλαυση για μένα.'
- 'Και δε μου τα δίνεις εμένα τα ψάρια, που είμαι πολύ φτωχός και έχω και εφτά παιδιά να θρέψω.'
- 'Καλά και αφού είσαι φτωχός, γιατί έκανες τόσα παιδιά;'
- 'Δεν το `θελα ρε φίλε, αλλά μου άρεσε η διαδικασία.'
thumbnail
Το εξαγριωμένο πλήθος, με τις πέτρες στα χέρια,είναι έτοιμο να λιθοβολήσει την Μαγδαληνή. Τότε εμφανίζεται ο Ιησούς και λέει:
-Όποιος είναι αναμάρτητος να ρίξει πρώτος την πέτρα σ' αυτή τη γυναίκα.
Όλοι χαμηλώνουν το κεφάλι και ετοιμάζονται να φύγουν. Ξαφνικά,μέσα από το πλήθος, ένα χέρι πετάει μια πέτρα, πετυχαίνει την Μαγδαληνή και την σκοτώνει. Και ο Ιησούς:
-Και σου χω πει χίλιες φορές, ρε μάνα,να μην ανακατεύεσαι στις δουλειές μου.
thumbnail
Ένας νέος τελειώνει το Λύκειο και δεν έχει καθόλου όρεξη για Πανεπιστήμιο. Ο πατέρας του νέου, πλούσιος πολιτικός με μεγάλη δύναμη στην κυβέρνηση, απειλεί τον γιο του: Δεν θέλεις να σπουδάσεις ρε τεμπελόσκυλο; Λοιπόν εγώ δεν συντηρώ κοπρίτες, γι' αυτό και θα δουλέψεις, κατάλαβες;
Έχοντας την ισχυρή οικονομική και πολιτική θέση ο πατέρας κινεί τα νήματα για να βρει μία θέση στον γιο του.

Πατέρας: «Γιώργο (Υπουργός), θυμάσαι τον γιο μου; Λοιπόν, τέλειωσε το λύκειο και ο τεμπέλης δεν θέλει να σπουδάσει. Θα μπορούσες να του βρεις μια θέση να αρχίσει να δουλεύει,μήπως εν τω μεταξύ βρει το δρόμο του και αποφασίσει να σπουδάσει;»
Το θέμα είναι να βρεθεί κάτι που θα τον κάνει να δουλέψει σκληρά, να μην κάθεται και τα ξύνει. κατάλαβες;
Μερικές μέρες αργότερα ο υπουργός λέει: «έτοιμη η δουλειά για τον γιο σου. Δεξί χέρι του Προέδρου της Δημοκρατίας και 20.000 ευρώ το μήνα, τέλεια έτσι;»
Ο πατέρας: «Τι λε ρε Γιώργο, αυτό είναι υπερβολικό. Πρέπει να τον αρχίσουμε πιο χαμηλά, και με τέτοια τρελά λεφτά αυτός ο τεμπέλης θα γίνει χειρότερος.»
Λίγες μέρες μετά…
Υπουργός: «Φίλε μου βρήκα κάτι πιο σεμνό. Ιδιαίτερος Γραμματέας Υπουργού. Ο μισθός είναι πιο σεμνός, μόνο 10.000 ευρώ το μήνα.»
Πατέρας: «Οοοοοχι ρε Γιώργο. Μόλις που έβγαλε το Λύκειο. Δεν θέλω η ζωή του να είναι τόσο εύκολη με την πρώτη ευκαιρία. Θέλω να αισθανθεί την ανάγκη να σπουδάσει, κατάλαβες;»
Την επόμενη μέρα…
Υπουργός: «Φίλε, του βρήκα δουλειά ως Διευθυντής του Τμήματος Προμηθειών στο Υπουργείο Οικονομικών και ο μισθός θα είναι μόνο 6.000 το μήνα.»
Πατέρας: «Μα ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ Γιώργο, βρες μου κάτι πιο σεμνό, κάτι στα 600 με 700 ευρώ το μήνα.»
Υπουργός: «Μα τι λες τώρα, αυτό είναι αδύνατο.»
Πατέρας: «Γιατί;»
Υπουργός: «Γιατί αυτές οι θέσεις δίνονται μόνο με διαγωνισμό και χρειάζεται να έχει Βιογραφικό κάποιου επιπέδου, με τέλειες γνώσεις Αγγλικών, Πανεπιστημιακό δίπλωμα, τουλάχιστον ένα Masters ή PHD στο εξωτερικό, θέληση να δουλεύει υπερωρίες άνευ αποδοχών. Φίλε μου αυτές οι θέσεις των 600 ευρώ δεν βρίσκονται εύκολα.»
thumbnail
Ήταν σε ένα κλαμπ ένας πάμπλουτος και διάσημος οπότε κάποια στιγμή πάει ένας νεαρός στο τραπέζι και του λέει:
- Κύριε, θέλω να μου κάνετε μια χάρη.
- Αν μπορώ, λέει εκείνος, να στην κάνω.
- Ξέρετε, λέει ο νεαρός, τώρα που θα έρθει η κοπελιά μου θέλω να έρθετε στο τραπέζι να με χαιρετίσετε για να κάνω μόστρα. Μπάμπη με λένε.
Από εδώ, από εκεί, τον πείθει. Όντως έρχεται η κοπελιά, σηκώνεται ο πάμπλουτος, πηγαίνει στο τραπέζι και...
- Που 'σαι, ρε Μπάμπη, όλα καλά;
- Τι θες ρε μ***κα; Πάλι για λεφτά ήρθες;

thumbnail
Ήταν ένας αιώνιος φοιτητής στη Νομική, ονόματι Παπαδόπουλος. Είχε πλέον μετά από χρόνια περάσει σ' όλα τα μαθήματα εκτός από ένα. Το έδινε, το ξαναέδινε.
Όμως ο καθηγητής τον έκοβε κάθε φορά. Έτσι αποφάσισε να πάει να βρει τον καθηγητή και να του προτείνει μια διαπραγμάτευση στο θέμα του βαθμού. Μπαίνει ένα πρωί στο γραφείο του λοιπόν και του διηγείται την κατάσταση:

- Ααα, παιδί μου Παπαδόπουλε, δεν είναι σωστό το διάβασμά σου, γι' αυτό και κόβεσαι!

- Όχι κύριε καθηγητά, δεν ισχύει αυτό που λέτε κι επειδή κουράστηκα με αυτό το μάθημα, έχω να σας προτείνω μια συμφωνία.

- Τι λες τώρα Παπαδόπουλε;

- Ακούστε με παρακαλώ. Θα σας θέσω ένα ερώτημα. Αν αύριο το πρωί μου δώσετε τη σωστή απάντηση δε θα σας ξαναενοχλήσω.

Αν όμως όχι, θα με περάσετε και μάλιστα με βαθμό 10.

- Παπαδόπουλε, δεν είσαι καλά. Αυτά τα πράγματα δε γίνονται.

- Λοιπόν το ερώτημα: Τι είναι παράλογο αλλά δεν είναι παράνομο; Τι είναι παράνομο, αλλά δεν είναι παράλογο; Τι είναι και παράνομο και παράλογο; Θα τα πούμε αύριο κε καθηγητά.

Ο φοιτητής αφήνει τον καθηγητή να συλλογιέται την ερώτηση... Μια μέρα πέρασε και δεν μπόρεσε να βρει μια άκρη. Κι ας κατέβασε τόμους από την βιβλιοθήκη, κι ας πήρε τηλέφωνο συναδέλφους καθηγητές να ζητήσει τη γνώμη τους.

Ήρθε το επόμενο πρωί κι ο Παπαδόπουλος να συναντήσει τον καθηγητή για μια ακόμη φορά.

- Κύριε καθηγητά βρήκατε την απάντηση;

- Ποια απάντηση; Λοιπόν παιδί μου Παπαδόπουλε δεν είσαι καλά. Μόνο και μόνο επειδή βαρέθηκα να σε βλέπω, πάρε το 10 σου και φύγε από μπροστά μου.

Ο πτυχιούχος πια φοιτητής βγήκε ευχαριστημένος από το γραφείο του καθηγητή αφήνοντας τον με την απορία...

- Τι είναι παράλογο, αλλά δεν είναι παράνομο; Τι είναι παράνομο, αλλά δεν είναι παράλογο; Τι και τα δύο;

Ο καθηγητής μπαϊλντισμένος αποφάσισε να πάει στην καντίνα να πιει έναν καφέ. Εκεί τον πλησιάζει ένας νεαρός φοιτητάκος και του αρχίζει το γλείψιμο:

- Τι κάνετε κύριε καθηγητά; Πώς είστε; Κάπως συλλογισμένο σας βλέπω. Συνέβη κάτι;

- Να, ήρθε αυτός ο χαμένος ο Παπαδόπουλος και με ρώτησε...

- Πείτε μου την ερώτηση, μήπως σας βοηθήσω.

Ο καθηγητής επανέλαβε την ερώτηση στον νεαρό στραβοκοιτώντας τον κάπως κι ευθύς ο φοιτητής απαντά:

- Ααα να σας πω. Το ότι εσείς, 55 χρονών άνθρωπος είστε παντρεμένος με μια 23άρα δεν είναι παράνομο, αλλά είναι παράλογο. Το ότι η γυναίκα σας έχει έναν 25άρη
γκόμενο δεν είναι παράλογο, αλλά είναι παράνομο. Τώρα το ότι εσείς περάσατε τον γκόμενο της γυναίκας σας χωρίς εξετάσεις και μάλιστα με 10, ε αυτό είναι και παράνομο και παράλογο!
thumbnail
Ένας τύπος μπαίνει σε μια δημόσια υπηρεσία και ρωτάει κάποιον που καθόταν στην γωνία.
- Περιμένει πολύς κόσμος;
- Τι να σας πω, κι εγώ καινούργιος είμαι. Είμαι εδώ μόνο δύο μήνες.
thumbnail
Ένας εκκεντρικός πλούσιος κάνει ένα πάρτι στον κήπο του σπιτιού του. Όταν το κέφι ανάβει, δίπλα στην πισίνα που είναι γεμάτη με κροκόδειλους, ο πλούσιος λέει:
- 'Όποιος πέσει στην πισίνα και κατορθώσει να περάσει σώος απέναντι, του δίνω ένα εκατομμύριο.'
Κανένας όμως δεν τολμάει.
- 'Πέντε εκατομμύρια', λέει ο πλούσιος. Τίποτα όμως.
- 'Πέντε εκατομμύρια και τη γυναίκα μου για ένα βράδυ.' Καμία κίνηση όμως.
- 'Όλα αυτά και την κόρη μου', επιμένει. Πάλι τίποτα όμως.
- 'Πέντε εκατομμύρια, τη γυναίκα μου, την κόρη μου και έναν πούστη', ξαναλέει θυμωμένος. Βλέπει τότε έναν να πέφτει στο νερό και με πολύ γρήγορες κινήσεις να κολυμπάει μέχρι απέναντι. Βγαίνει λαχανιασμένος και αρχίζει να φωνάζει:
- 'Φέρτε μου τον πούστη, φέρτε μου τον πούστη.'
Παραξενεύονται όλοι για την προτίμησή του, αλλά αυτός συνεχίζει φωνάζοντας:
- 'Φέρτε μου τον πούστη, φέρτε μου τον πούστη που με έσπρωξε και έπεσα μέσα.'
thumbnail
Κάπου στον πλανήτη, σε μια μεγάλη λεωφόρο, περπάταγαν δύο ρακοσυλλέκτες, όταν κάποια στιγμή βλέπουν μια γριούλα που προσπαθούσε να διασχίσει τη λεωφόρο αλλά δεν τα κατάφερνε.
Όταν η γριούλα λοιπόν είδε τους δύο φτωχούς φίλους, τους ζήτησε να την βοηθήσουν να διασχίσει τη λεωφόρο και τους εκείνη θα τους αντάμειβε. Εκείνοι δέχθηκαν μετά χαράς, αφού κάτι θα κέρδιζαν.

Οταν λοιπόν πέρασαν απέναντι, η γριούλα τους έδωσε από τρία αυγά και τους είπε ότι κάθε φορά που θα έσπαγαν ένα, κάνοντας μία ευχή ταυτόχρονα, θα εκπληρώνοταν. Φεύγουν λοιπόν οι δύο φτωχοί για τις παράγκες τους.
Οταν ο πρώτος έφτασε στην παράγκα του, μπαίνει μέσα, σπάει το πρώτο αυγό και ζητάει η παράγκα του να μεταμορφωθεί σε μια βίλλα πολυτελείας. Και ξαφνικά εμφανίζεται μια βιλλάρα. Σπάει και το δεύτερο αυγό και ζητάει να γεμίσει η βίλλα εκατομμύρια. Έτσι και έγινε. Ολόκληρη η βίλλα γέμισε με λεφτά.
Σπάει στο τέλος και το τρίτο αυγό. Αυτή τη φορά, ζητάει να εμφανιστούν έξω από τη βίλλα, τα πιο ακριβά αυτοκίνητα, γεμάτα με πανέμορφες γυναίκες.

Περνούσαν τα χρόνια και ο άνθρωπος αυτός άρχισε να αναρωτιέται τι να είχε γίνει εκείνος ο παλιός του φίλος. Πήγε λοιπόν να τον επισκεφθεί και αντίκρυσε στο ίδιο σημείο που έμενε παλιά, την ίδια παράγκα. Μπαίνει μέσα και τον βλέπει στην ίδια αθλία κατάσταση και εύλογα αναρωτιέται:
- 'Mα καλά ρε φίλε, τι έκανες με τα αυγά που μας έδωσε εκείνη η γριά;'
- '’στα φίλε μου. Όταν μπήκα μέσα στην παράγκα, έτσι όπως κράταγα τα αυγά, μου έπεσε το ένα και εγώ είπα 'αρχίδια'. Και γέμισε όλη η παράγκα αρχ..α '.
- 'Mα καλά, είχες άλλα δύο, τί τα έκανες;'
- 'Που λες, αναγκαστικά έσπασα το δεύτερο αυγό, για να εξαφανιστούν όλα τα αρχ..α.'
- 'Kαι το τρίτο αυγό, τι το έκανες;'
- 'Το έσπασα για να γυρίσουν πίσω τα δικά μου αρχ..α!'.
thumbnail
Ο Τζέιμς Μποντ μπαίνει σ ένα μπαρ και κάθεται δίπλα σε μια καρακουκλάρα.
Πέφτουν κλεφτές ματιές κι αρχίζει το παιχνίδι. Κάποια στιγμή ο Τζέιμς αρχίζει να περιεργάζεται το χρυσό του Ρόλεξ με επιδεικτικό τρόπο, οπότε η καρακουκλάρα λιγάκι ενοχλημένη τον ρωτά:
- Έχει αργήσει το ραντεβού σου;
- Α, όχι αγαπητή μου, απαντάει αυτός, απλά τεστάρω το τελευταίας τεχνολογίας ρολόι που μόλις μου έδωσε ο Κιου.
Επανέρχεται το ενδιαφέρον της καρακουκλάρας:
- Τελευταίας τεχνολογίας, ε; Δηλαδή σαν τι μπορεί να κάνει;
Ο Τζέιμς αμέσως της εξηγεί:
- Χρησιμοποιεί κύματα άλφα και μου μιλάει τηλεπαθητικά!
Έκπληκτη η κυρία:
- Και τι σου έλεγε μόλις προηγουμένως;
- Να μου έλεγε ότι δε φοράς εσώρουχα!
Η κυρία χαμογελά κοροϊδευτικά:
- Λυπάμαι που θα σε απογοητεύσω, το ρολόι σου πρέπει να έχει πρόβλημα! Φοράω εσώρουχα!
Και ο Τζέιμς:
- Χμ όχι απλά το παλιόπραμα πάει μία ώρα μπροστά!
thumbnail
Σε μια Μονή ήταν 2 καλόγριες και δούλευαν. Κάθισαν λίγο να ξεκουραστούν και άνοιξαν κουβέντα. Λέει η μια:
- Στα Ιεροσόλυμα που είχα πάει είχαν κάτι μπανάνες τόόόσες με το συμπάθιο.
Η άλλη θαύμασε και της είπε:
- Κι εγώ είχα δει σε μια Μονή κάτι πορτοκάλια τόόόσα με το συμπάθιο.
Εκεί κοντά ήταν και μια άλλη καλόγρια που άκουγε. Πάει λοιπόν κοντά στις άλλες και τους λέει:
- Καλέ, για πείτε μου για ποιόν παπά μιλάτε;
thumbnail
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν δύο καλόγριες. Η μία λεγόταν Αδελφή Μαθηματικά (ΑΜ) και η άλλη Αδελφή Λογική(ΑΛ). Ένα βράδυ κι ενώ σουρούπωνε, ήταν και οι δύο ακόμα μακριά από το μοναστήρι. Τότε ξεκινάει ο εξής διάλογος:
ΑΜ: Προσέξατε τον άνδρα που μας ακολουθεί εδώ και 34,2 λεπτά; Αναρωτιέμαι τι μας θέλει…
ΑΛ: Είναι λογικό, θέλει να μας βιάσει.
ΑM: Ωχ όχι! Στην απόσταση που βρίσκεται θα μας προφτάσει σε λιγότερο από 15 λεπτά. Τι μπορούμε να κάνουμε;
ΑΛ: Το μόνο λογικό είναι να βαδίσουμε πιο γρήγορα.
Άρχισαν να περπατάνε πιο γρήγορα αλλά η Αδελφή Μαθηματικά λέει:
ΑΜ: Δεν καταφέραμε τίποτα.
ΑΛ: Φυσικά και δεν καταφέραμε τίποτα. Ο άνδρας έκανε ό,τι πιο λογικό μπορούσε. Ανέπτυξε ταχύτητα ο ίδιος.
ΑΜ: Τότε τι κάνουμε; Σε ένα λεπτό θα μας έχει φτάσει.
ΑΛ: Το μόνο λογικό είναι να χωριστούμε. Εσείς από δω κι εγώ από εκεί. Έτσι δεν θα μπορεί να ακολουθήσει και τις δύο.
Ο άνδρας διαλέγει να ακολουθήσει την ΑΛ. Η Αδελφή Μαθηματικά φτάνει στο μοναστήρι κι αρχίζει να ανησυχεί για την Αδελφή Λογική που δεν έχει φτάσει ακόμα. Όταν φτάνει επιτέλους η Αδελφή Λογική, την πλησιάζει η Αδελφή Μαθηματικά και της λέει:
ΑΜ: Αδελφή Λογική! Δόξα τo Θεό, φτάσατε! Πείτε μου τί συνέβη!
ΑΛ: Συνέβη ό,τι πιο λογικό. Ο άνδρας δεν μπορούσε να μας ακολουθήσει και τις δύο και διάλεξε εμένα
ΑM: Ναι, ναι! Αλλά έπειτα;
ΑΛ: Συνέβη ό,τι πιο λογικό. Άρχισα να τρέχω όσο μπορούσα πιο γρήγορα, και ο άνδρας έκανε το ίδιο.
ΑM: Και;
ΑΛ: Συνέβη ό,τι πιο λογικό. Με πρόφτασε.
ΑM: Ωχ Θεέ μου! Και τί κάνατε;
ΑΛ: Ό,τι ήταν λογικό να κάνω. Σήκωσα τη ρόμπα μου.
ΑM: Ωχ αδελφή! Κι ο άνδρας τί έκανε;
ΑΛ: Ό,τι ήταν λογικό, κατέβασε το παντελόνι του.
ΑM: Ωχ όχι! Τι έγινε έπειτα;
ΑΛ: Λογικό δεν είναι, αδελφή; Μία καλόγρια με τη ρόμπα σηκωμένη τρέχει πιο γρήγορα από έναν άνδρα με κατεβασμένα παντελόνια.
thumbnail
Πεθαίνει ένας τύπος και τον πάνε στο χωριό του να τον θάψουν σύμφωνα με την τελευταία του επιθυμία. Στο δρόμο όμως λίγο πριν το χωριό ανοίγει η πίσω πόρτα και πέφτει ο νεκρός στο δρόμο, ενώ ο οδηγός της νεκροφόρας που δεν πήρε χαμπάρι συνεχίζει την πορεία του.

Μετά από λίγο περνάει από κει ένα αμάξι και έτσι όπως είναι νύχτα και δεν υπάρχει ορατότητα πατάει το νεκρό. Ακούει ο συνοδηγός το θόρυβο και λέει στο συνοδηγό να κατέβουν να δουν τι έγινε και όταν βλέπουν το νεκρό νομίζοντας ότι αυτοί τον σκότωσαν αποφασίζουν να τον πετάξουν στη θάλασσα για να μην βρουν το μπελά τους.

Στη θάλασσα, το ξημέρωμα, ένας ψαράς μαζεύει τα δίχτυα νομίζοντας ότι η ψαριά είναι καλή αλλά τελικά ανασύρει το νεκρό από το βυθό και νομίζοντας ότι ο νεκρός παγιδεύτηκε στα δίχτυα και πνίγηκε και για να μην βρει και αυτός του μπελά του, του δένει μια πέτρα στο λαιμό και τον ξαναπετάει στη θάλασσα.

Παραπέρα βρίσκονται δυο τύποι οι οποίοι ψαρεύουν με ψαροτούφεκο και ο ένας μόλις βλέπει τον νεκρό τον περνάει για ψάρι και του δίνει μια με το καμάκι. Μόλις οι δυο τύποι καταλαβαίνουν ότι δεν πρόκειται για ψάρι αλλά για άνθρωπο τον βγάζουν κατ΄ ευθείαν έξω από τη θάλασσα και τον πάνε στο νοσοκομείο.

Εκεί, μετά από ώρες αναμονής έξω από την πόρτα της εντατικής βγαίνει ο γιατρός με ένα θλιμμένο ύφος και τους λέει: «Πέντε λεπτά πιο πριν να τον φέρνατε, τώρα θα τον είχαμε σώσει».
thumbnail
Δύο φίλοι συζητούν μετά το κυνήγι:
- Ρε συ, δεν θα το πιστέψεις τί έγινε!
- Τι έγινε;
- Να, εκεί που έψαχνα για μπεκάτσες ξύπνησα μιά αρκούδα.
- Και μετά;
- Να, σηκώθηκε και με πήρε στο κυνήγι. Εγώ μπροστά, αυτή πίσω. Σε κάποια στιγμή πάρτην κάτω την αρκούδα, γλιστράει. Ξανασηκώνεται και με κυνηγά μα ξαναπέφτει κάτω! Με ξαναπαίρνει στο κυνήγι, αλλά και πάλι γλυστρά... Αυτό έγινε 5-6 φορές και έτσι με έχασε!
- Καλά, και δεν είχες τρομάξει; Εγώ θα είχα χεστεί πάνω μου!
- Ε, και που νομίζεις γλιστρούσε η αρκούδα;
thumbnail
Ένα κινητό που βρίσκεται πάνω στο τραπέζι της συνεδρίασης κτυπά. Το ανοίγει ο διευθυντή και ακολουθεί ο εξής διάλογος με μια γυναίκα:

Γυναίκα: «Αγάπη μου, αγαπούλη μου, … λοιπόν το διαμαντένιο περιδέραιο που λέγαμε κάνει μόλις 10.000 €. Να το πάρω; Πες ναι…»

Διευθυντής: «NAI»

Μετά από λίγο το κινητό ξαναχτυπάει και η γυναίκα λέει: «Αγάπη μου…, είμαι στην αντιπροσωπεία, να πάρω το αυτοκίνητο που σου έχω πει; Μου είπαν ότι κάνει μόλις 75.000. Να το πάρω; Πες ναι…»

Διευθυντής: «NAI»

Μετά από λίγο κτυπά πάλι το τηλέφωνο και η γυναίκα λέει: «Αγάπη,…… σ’ ευχαριστώ: Έλα το βράδυ σπίτι να το γιορτάσουμε; Θα σου κάνω ό,τι μου ζητήσεις, πες ΝΑΙ…»

Διευθυντής: «ΝΑΙ»

Και μόλις κλείνει το τηλέφωνο ρωτάει με θυμό, αλλά και περιέργεια τους συναδέλφους του:

«Ρε παιδιά, ποιανού είναι το κινητό που απαντάω τόση ώρα;» 
thumbnail
Ο αποχωρών Γενικός Διευθυντής μιας εταιρίας συναντά για τελευταία φορά τον νεαρό αντικαταστάτη του και του δίνει τρεις φακέλους.

- 'Πριν φύγει εκείνος τον οποίο διαδέχτηκα, έκανε το ίδιο και για μένα. Έτσι θα συνεχίσω την παράδοση και σε σένα' του λέει. 'Στο πρώτο σημάδι δυσκολίας, άνοιξε τον πρώτο φάκελο. Στην επόμενη δυσκολία, άνοιξε τον δεύτερο. Αν συνεχιστούν, άνοιξε τον τρίτο. Καλή τύχη.'

Ο νέος διευθυντής γύρισε στο γραφείο του, άνοιξε ένα συρτάρι και έριξε τους φακέλους μέσα. Έξι μήνες αργότερα, τα έξοδα ανέβηκαν και τα κέρδη έπεσαν κατακόρυφα. Σοκαρισμένος ο νεαρός, ανοίγει τον πρώτο φάκελο και διαβάζει:  'Ρίξε όλο το φταίξιμο σε μένα.'

Την επόμενη μέρα, συγκαλεί Γενική Συνέλευση και κάνει ακριβώς αυτό. Με λίγη προσπάθεια, η κρίση ξεπεράστηκε. Μετά από λίγο καιρό, οι πωλήσεις πέφτουν δραματικά. Ο απελπισμένος διευθυντής, ανοίγει τον δεύτερο φάκελο. 'Αναδιοργανώσου', έλεγε.

Η επόμενη μέρα, φέρνει την δεύτερη Γενική Συνέλευση και η αναδιοργάνωση απέδωσε καρπούς. Η κρίση ξεπεράστηκε.
Έναν χρόνο αργότερα, όλα πήγαν κατά διαόλου. Οι πωλήσεις στο πάτωμα. Τα έξοδα στο ταβάνι. Και δεν έφταναν όλα αυτά, όλοι κατηγορούσαν τον νέο διευθυντή. Βιαστικός ο νεαρός τρέχει στο γραφείο του, κλείνει πίσω του την πόρτα, βυθίζεται στην καρέκλα του, ανοίγει το συρτάρι, βγάζει τον τρίτο φάκελο και τον ανοίγει. 'Ετοίμασε τρεις φακέλους....' έγραφε. 
thumbnail
Η όμορφη γραμματέας του προέδρου του Δ/κού Συμβουλίου μιας μεγάλης τράπεζας έχει βγει με ένα βασιλιά κράτους της Αφρικής, που είναι ο πιο σπουδαίος πελάτης τους, για να του δείξει τ' αξιοθέατα. Κάποια στιγμή, έτσι εντελώς ξαφνικά και χωρίς να 'χει προηγηθεί τίποτα, ο βασιλιάς ζητάει απ' τη γραμματέα να τον παντρευτεί. Φυσικά, η γυναίκα παθαίνει το σοκ της ζωής της κι επάνω που είναι ν' αρνηθεί την πρόταση, θυμάται ότι τ' αφεντικό της, της είπε να μη δυσαρεστήσει τον πελάτη για κανένα λόγο. Μετά από κανά-δυο λεπτά... έντονης σκέψης, του λέει:
- 'Θα σε παντρευτώ μόνο αν δεχτείς τρεις όρους μου. Πρώτα-πρώτα θέλω το δαχτυλίδι του
αρραβώνα να έχει ένα διαμάντι 75 καράτια και να συνοδεύεται από ένα διαμαντένιο περιδέραιο 200 καρατίων.'
Ο αφρικανός βασιλιάς το σκέφτεται λιγάκι και μετά από λίγο της γνέφει καταφατικά και λέει:
- 'Εντάξει, εντάξει. Έχω, έχω.'
Συνειδητοποιώντας ότι ο πρώτος όρος της παραήτανε εύκολος, η γραμματέας λέει στο βασιλιά:
- 'Θέλω να μου χτίσεις ένα αρχοντικό 100 δωματίων στη Ν. Υόρκη. Για καλοκαιρινό θέλω έναν πύργο στην καλύτερη οινοπαραγωγική περιοχή της Γαλλίας.'
Ο βασιλιάς, μετά από μερικά δευτερόλεπτα, βγάζει το κινητό του και τηλεφωνεί σε κάμποσους
κτηματομεσίτες στη Ν. Υόρκη και τη Γαλλία και μετά της γνέφει καταφατικά και λέει:
- 'Εν τάξει, εν τάξει. Χτίσω, χτίσω!'
Μετά κι απ' αυτό, ένας όρος της είχε μείνει, για να αλλάξει τα μυαλά του βασιλιά και το σκέφτεται, το ξανασκέφτεται και στο τέλος του λέει ναζιάρικα, με γλαρωμένα τα μάτια:
- 'Επειδή μ' αρέσει το σεξ, θέλω ο άντρας που θα παντρευτώ να τον έχει 35 πόντους.'
Ο βασιλιάς στριμώχτηκε άσχημα, στριφογύρισε στο κάθισμά του, κοίταξε δεξιά κι αριστερά, φανερά ενοχλημένος, ήπιε λίγο απ' το ποτό του, μετά κάλυψε το πρόσωπό του με τις παλάμες του, μουρμουρίζοντας συνέχεια σε μια ακατάληπτη αφρικάνικη διάλεκτο. Τελικά, μετά από ένα διάστημα, που φάνηκε σαν αιωνιότητα, ο βασιλιάς κουνάει το κεφάλι του και, πραγματικά και φανερά λυπημένος, λέει:
- «Εντάξει, εντάξει. Κόψω, κόψω!'
thumbnail
Πεθαίνουν τρεις φίλοι: ο Κώστας, ο Νίκος και ο Γιάννης και πηγαίνουν στην Κόλαση.

Εκεί τους περιμένει ο διάβολος.

Εκείνη τη στιγμή ανοίγει μία πόρτα και βλέπουν και οι τρεις μία γυναίκα κακάσχημη, 1,30 ύψος, 200 κιλά, τόσο βρώμικη που μύριζε μέχρι εκεί που βρίσκονταν, παρά την απόσταση.

Λέει ο διάβολος:

- Κώστα, αμάρτησες και γι αυτό θα περάσεις όλη την δεύτερη ζωή σου στο κρεβάτι με αυτή τη γυναίκα.

Και ήρθαν τα διαβολάκια και τον παίρνουν και τον πάνε σε εκείνη. Μετά έρχεται η σειρά του Νίκου.

Ανοίγει λοιπόν μια άλλη πόρτα και βλέπει μια άλλη γυναίκα κακάσχημη, χειρότερη και από μάγισσα που ζει στη Σομαλία, 2,20 ύψος, 50 κιλά, πολύ βρώμικη και γεμάτη μύγες, με λίγα λόγια χειρότερη και από την πρώτη.

Λέει ο διάβολος:

- Νίκο, αμάρτησες και γι αυτό θα περάσεις όλη την δεύτερη ζωή σου στο κρεβάτι με αυτή τη γυναίκα.

Και τα διαβολάκια τον παίρνουν και τον πηγαίνουν εκεί.

Ο Γιάννης που είχε δει τα προηγούμενα δεν ήξερε τι να κάνει.
Είχε τρομοκρατηθεί, φοβόταν μήπως του βγει καμία κακάσχημη, αλλά εκείνη τη στιγμή ανοίγει μια τρίτη πόρτα και βγαίνει η Σίντυ Κρόφορντ.

Ο Γιάννης τρελάθηκε, άρχισε να λέει τι τυχερός που ήταν,
οπότε λέει ο διάβολος:

- Σίντυ, αμάρτησες ….......
thumbnail
Δυο πειρατές κάθονται στην κουπαστή του πλοίου αφού έχουν κατεβάσει από μια νταμιτζάνα ρούμι ο καθένας:
- “Ρε συ κοκκινοτρίχη Τζακ, να σε ρωτήσω κάτι…το δεξί σου πόδι σου πως το έχασες;”
- “Άστα… καρχαρίας! Μια δόση κάνουμε ρεσάλτο σε ένα αγγλικό εμπορικό, πιάνω το σχοινί και πάω να πηδήξω, αλλά γλυστράω και πέφτω μέσα στην θάλασσα… Ε, μέχρι να με βγάλουν, μου έφαγε ο καρχαρίας το πόδι και τώρα είμαι με το ξύλινο…”
- “Μάλιστα… Καλά και το αριστερό σου πόδι πως το έχασες;”
- “Αστα… κροκόδειλος! Έχουμε αποβιβαστεί στην Κούβα και εκεί που κάνουμε πλιάτσικο σε κάτι χωριά, μου την πέφτει ο κροκόδειλος… Ετρεξα αλλά δεν είχα συνηθίσει το ξύλινο πόδι βλέπεις…”
- “Πω πω τι έχεις τραβήξει ρε άνθρωπε… καλά και…τον γάντζο στο χέρι πως τον απέκτησες;”
- Άστα… Βαρέλι…”
- “Βαρέλι;”
- “Ναι, βαρέλι… Να, είχε τρικυμία θυμάμαι και ήμουν στα αμπάρι, σπάνε τα σχοινιά του φορτίου και ένα βαρέλι μου πλάκωσε το χερι… Πήγα να το αποφύγω αλλά δεν είχα συνηθίσει τα δύο ξύλινα πόδια βλέπεις…”
- “Έλα ρε συ! Και να σου πω ρε κοκκινοτρίχη Τζακ, το μάτι σου πως το έχασες και το έχεις καλυμμένο;”
- “Άστα… τσίμπλα!”
- “Τσίμπλα;”
- “Ε, δεν είχα συνηθίσει τον γάντζο βλέπεις…

Τελευταίες Δημοσιεύσεις
enosis-music.eu
Τελευταίες Δημοσιεύσεις
enosis-music.eu