Roadhouse.gr
Roadhouse.gr
Αστεία και ανέκδοτα
Κάντε μας Like!
Διάφορα
Διάφορα και Τέλεια ανέκδοτα!
thumbnail
Ήταν λοιπόν η Κοκκινοσκουφίτσα και ήθελε να πάει στη γιαγιά της.
Πήρε λοιπόν το ποδηλατάκι της και τσουκου τσουκου πήγαινε. Στο δρόμο τη βλέπει ο λύκος, την κυνηγάει, την πιάνει, παίρνει το ποδηλατάκι και το σπάει.
Ευτυχώς περνούσε από εκεί η αρκούδα και πάει η Κοκκινοσκουφίτσα και της λέει τι έκανε ο λύκος στο ποδηλατάκι της. Πιάνει η αρκούδα το λύκο και τον βάζει να φτιάξει το ποδήλατο.
Ηλεκτροκόλληση ο λύκος και κολλάει το ποδήλατο.
Το παίρνει η Κοκκινοσκουφίτσα, αλλά επειδή είχε περάσει η ώρα, θα πήγαινε στη γιαγιά της αύριο.
Την άλλη μέρα το πρωί η Κοκκινοσκουφίτσα παίρνει πάλι το ποδηλατάκι της και τσουκου τσουκου πήγαινε. Στο δρόμο την βλέπει ο λύκος, την κυνηγάει, την πιάνει, παίρνει το ποδηλατάκι και το σπάει.
Ευτυχώς περνούσε πάλι από εκεί η αρκούδα και ξανά πάει η Κοκκινοσκουφίτσα και της λέει τι έκανε ο λύκος στο ποδηλατάκι της. Πάλι πιάνει η αρκούδα το λύκο και τον βάζει να ξαναφτιάξει το ποδήλατο.
Ηλεκτροκόλληση ο λύκος και κολλάει το ποδήλατο. Το παίρνει η Κοκκινοσκουφίτσα, αλλά επειδή πάλι είχε περάσει η ώρα, θα πήγαινε στη γιαγιά την επομένη.
Την άλλη μέρα το πρωί η Κοκκινοσκουφίτσα παίρνει πάλι το ποδηλατάκι της και τσουκου τσουκου πήγαινε. Στο δρόμο τη βλέπει ο λύκος την κυνηγάει τη πιάνει παίρνει το ποδηλατάκι και το σπάει.
Ευτυχώς περνούσε πάλι από εκεί η αρκούδα και ξανά πάει η Κοκκινοσκουφίτσα και της λέει τι έκανε ο λύκος στο ποδηλατάκι της. Ξανά πιάνει η αρκούδα το λύκο και τον βάζει να ξαναφτιάξει το ποδήλατο.
Ηλεκτροκόλληση ο λύκος και κολλάει το ποδήλατο.
Το παίρνει η Κοκκινοσκουφίτσα, αλλά επειδή πάλι είχε περάσει η ώρα, θα πήγαινε στη γιαγιά της την άλλη μέρα.

Το βράδυ ο λύκος όμως σκέφτηκε: 'Δεν είναι δουλειά αυτή, πρέπει να πάω στο σπίτι της γιαγιάς της Κοκκινοσκουφίτσας και να τη πιάσω εκεί για να μη με πιάσει πάλι η αρκούδα'.
Ξεκινάει λοιπόν ο λύκος και πάει πρωί-πρωί στο σπίτι της γιαγιάς της Κοκκινοσκουφίτσας, τρώει την γιαγιά, μασκαρεύεται με τα ρούχα της και περιμένει την Κοκκινοσκουφίτσα να έρθει:
Χτυπάει το κουδούνι, μπαίνει η Κοκκινοσκουφίτσα.
- Ω, τι μεγάλη μύτη που έχεις γιαγιά!!!
- Για να σε μυρίζω καλύτερα, παιδάκι μου.
- Ω, τι μεγάλα αυτιά που έχεις γιαγιά!!!
- Για να σε ακούω καλύτερα, παιδάκι μου.
- Ω, τι μεγάλο στόμα που έχεις γιαγιά!!!
- Για να μιλάω καλύτερα, παιδάκι μου.
- Ω, τι κόκκινα μάτια που έχεις γιαγιά!!!
- Από την ηλεκτροκόλληση είναι...
thumbnail
Ένας νεαρός εγγαστρίμυθος δουλεύει σ' ένα μικρό κλαμπ μια επαρχιακής πόλης. Κάποιο βράδυ, αφού έχει κάνει τα συνηθισμένα του κόλπα κι έχει πει τα συνηθισμένα του ανέκδοτα για γυναίκες, ξανθιές, πόντιες, σηκώνεται μία ξανθιά και του λέει:

- Ακούσαμε αρκετά απ' αυτά τα ηλίθια ανέκδοτα μέχρι τώρα. Τι σε κάνει να γενικεύεις έτσι και να βάζεις όλες τις γυναίκες στο ίδιο σακούλι; Τι σχέση έχει το χρώμα των μαλλιών ή η καταγωγή με την ανθρώπινη υπόσταση, τον χαρακτήρα και το μυαλό του καθενός μας;

Ο εγγαστρίμυθος δεν περίμενε ένα τέτοιο δριμύ κατηγορώ και τα 'χασε.

- Είναι κάτι τύποι σαν και σένα, που κάνουν δύσκολη τη ζωή των γυναικών σαν κι εμένα και δε μας αφήνουν να κερδίσουμε το σεβασμό των άλλων στην κοινωνία και να δείξουμε τη δυναμικότητά μας, συνεχίζει η ξανθιά. Γιατί εσύ και οι όμοιοί σου κάνετε διακρίσεις κατά όχι μόνο ξανθών, αλλά όλων των γυναικών γενικώς και όλ' αυτά στο όνομα του χιούμορ...

Κατακόκκινος ο εγγαστρίμυθος, αρχίζει τις συγγνώμες, αλλά η ξανθιά τον διακόπτει:

- Εσύ, κύριος, κάτσε στην άκρη... Στη κούκλα μιλάω.
thumbnail
Ένα πρωί ένας ανθοπώλης πηγαίνει για κούρεμα. Όταν τελείωσε ζήτησε τον λογαριασμό.

Τότε ο κουρέας του λέει: Ευχαριστώ αλλά δεν θα σας πάρω χρήματα για το κούρεμα.
– Ξέρετε αυτή την εβδομάδα προσφέρω δωρεάν υπηρεσία στην κοινότητα.

Ο ανθοπώλης ευχαρίστησε για την ευγένεια και έφυγε.

Το άλλο πρωί όταν ο κουρέας πήγε να ανοίξει είδε μια δωδεκάδα τριαντάφυλλα στην πόρτα με ένα
ευχαριστήριο σημείωμα από τον ανθοπώλη.

Λίγο αργότερα έρχεται για κούρεμα ένας ζαχαροπλάστης. Την ώρα του λογαριασμού έκπληκτος ακούει τον κουρέα να εξηγεί:

– Ξέρετε αυτή την εβδομάδα προσφέρω δωρεάν υπηρεσία στην κοινότητα.

Το άλλο πρωί όταν ο κουρέας πήγε να ανοίξει είδε ένα κουτί με μια δωδεκάδα φρεσκότατα γλυκά στην πόρτα με ένα ευχαριστήριο σημείωμα από τον ζαχαροπλάστη.

Λίγο αργότερα καταφθάνει ένας βουλευτής, μετά το κούρεμα η σκηνή επαναλαμβάνεται… Ο βουλευτής φεύγει ικανοποιημένος, ευχαριστώντας τον κουρέα.

Το ίδιο απόγευμα όταν ο κουρέας πηγαίνει να ανοίξει βρίσκει στην πόρτα του κουρείου μια δωδεκάδα βουλευτές να περιμένουν για κούρεμα.

Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ πολιτών και πολιτικών….

Και να θυμάστε!!!
Οι πολιτικοί και οι πάνες πρέπει να αλλάζονται τακτικά για τον ίδιο ακριβώς λόγο!!!!!

thumbnail
Είναι δυο φίλοι, ο ένας εργατικός, ο άλλος τεμπέλης.
- Δεν γίνεται, λέει ο εργατικός, πρέπει να βρεις οπωσδήποτε δουλειά. Σου βρήκα μία,θα δουλέψεις κλητήρας σε ένα υπουργείο.
- Εντάξει, λέει ο τεμπέλης, θα κάνω κάτι δεν θα κουράζομαι και θα βγάζω και λεφτά.
Μετά ενα μήνα ξανασυναντιούνται οι δυο φίλοι, άνεργος πάλι ο τεμπέλης.
- Γιατί έφυγες ρε από την δουλειά που σου βρήκα;ρωτάει ο φίλος.
- Γιατί, κάθε 5 λεπτά έπρεπε να σηκώνομαι απο την καρέκλα μου, και να χαιρετάω τους επισήμους που έμπαιναν στο υπουργείο. Έχεις καμιά πιο ξεκούραστη δουλειά;
- Εχω, του απαντάει ο άλλος, σε περίπτερο, θα κάθεσαι συνέχεια και θα πουλάς το εμπόρευμα.
Ενα μήνα μετά, πάλι άνεργος ο τεμπέλης
- Τί συνέβει αυτή τη φορά; ρωτάει ο φίλος.
- Με πήρε ο ύπνος στην καρέκλα και έγινε ληστεία, κλέψανε τα πάντα.
- Ακουσε να σου πω, λέει αγανακτισμένος ο φίλος, αυτή είναι η τελευταία φορά που σε στέλνω σε δουλειά και μην μου πεις ότι κουράστηκες γιατί θα σε πνίξω. Θα πας φύλακας σε νεκροταφείο, θα κάθεσαι μόνος σου και το βράδυ θα κλειδώνεις και θα φεύγεις. Τίποτα άλλο.
- Αυτή μάλιστα!! απαντάει ο τεμπέλης. Αυτή είναι δουλειά για μένα.
Ενα μήνα αργότερα συναντιούνται οι δυο φίλοι, άνεργος πάλι ο τεμπέλης.
- Μη μου πεις ότι κουραζόσουνα και στο νεκροταφείο; ρωτάει άγρια ο φίλος του.
- Ακου να δεις, τι έπαθα εκει μέσα, απαντάει ο τεμπέλης. Καθόμουνα όλη μέρα σε μια καρέκλα και κοιτάζοντας γύρω-γύρω έβλεπα διαρκώς γραμμένη τη φράση, ΕΔΩ ΑΝΑΠΑΥΕΤΑΙ, ΕΔΩ ΑΝΑΠΑΥΕΤΑΙ, ΕΔΩ ΑΝΑΠΑΥΕΤΑΙ. Κι έτσι μου δημιουργήθηκε η εντύπωση πως ο μόνος που δούλευε εκει μέσα ήμουν εγώ...!!!
thumbnail
Δυο πειρατές κάθονται στην κουπαστή του πλοίου αφού έχουν κατεβάσει από μια νταμιτζάνα ρούμι ο καθένας:
- “Ρε συ κοκκινοτρίχη Τζακ, να σε ρωτήσω κάτι…το δεξί σου πόδι σου πως το έχασες;”
- “Άστα… καρχαρίας! Μια δόση κάνουμε ρεσάλτο σε ένα αγγλικό εμπορικό, πιάνω το σχοινί και πάω να πηδήξω, αλλά γλυστράω και πέφτω μέσα στην θάλασσα… Ε, μέχρι να με βγάλουν, μου έφαγε ο καρχαρίας το πόδι και τώρα είμαι με το ξύλινο…”
- “Μάλιστα… Καλά και το αριστερό σου πόδι πως το έχασες;”
- “Αστα… κροκόδειλος! Έχουμε αποβιβαστεί στην Κούβα και εκεί που κάνουμε πλιάτσικο σε κάτι χωριά, μου την πέφτει ο κροκόδειλος… Ετρεξα αλλά δεν είχα συνηθίσει το ξύλινο πόδι βλέπεις…”
- “Πω πω τι έχεις τραβήξει ρε άνθρωπε… καλά και…τον γάντζο στο χέρι πως τον απέκτησες;”
- Άστα… Βαρέλι…”
- “Βαρέλι;”
- “Ναι, βαρέλι… Να, είχε τρικυμία θυμάμαι και ήμουν στα αμπάρι, σπάνε τα σχοινιά του φορτίου και ένα βαρέλι μου πλάκωσε το χερι… Πήγα να το αποφύγω αλλά δεν είχα συνηθίσει τα δύο ξύλινα πόδια βλέπεις…”
- “Έλα ρε συ! Και να σου πω ρε κοκκινοτρίχη Τζακ, το μάτι σου πως το έχασες και το έχεις καλυμμένο;”
- “Άστα… τσίμπλα!”
- “Τσίμπλα;”
- “Ε, δεν είχα συνηθίσει τον γάντζο βλέπεις…
thumbnail
-Έχει χαθεί ένας στην έρημο και ρωτάει ένα Βεδουίνο πως θα πάει στην όαση.
Εκείνος του άπαντα: Θα πας ευθεία και μετά από 3 ημέρες στρίψε δεξιά...
thumbnail
Πέντε γυναίκες που μένουν στην ίδια πολυκατοικία εμφανίζονται στο δικαστήριο κατηγορώντας η μια την άλλη για διατάραξη κοινής ησυχίας.

Προσπαθούν όμως να μιλήσουν όλες μαζί, επικρατεί ένα χάος και κάποια στιγμή ο πρόεδρος χάνει την ψυχραιμία του:

- Σιωπή! τους φωνάζει, δεν γίνεται να μιλάτε όλες μαζί! Θα ακούσω πρώτα την μεγαλύτερη.

... Νεκρική σιγή στην αίθουσα...
thumbnail
Ένα παιδί παίρνει το λεωφορείο μετά το σχολείο και ετοιμάζεται να βγάλει το εισιτήριο. Ξαφνικά βάζει τα κλάματα. Ο εισπράκτορας το βλέπει και το ρωτά περίεργα:
- 'Τι συμβαίνει μικρέ, γιατί κλαις;'
- 'Έχασα, κύριε, τα χρήματά μου. Σας το ορκίζομαι είχα ένα κατοστάρικο μέσα στην τσέπη μου, μα τώρα δεν το βρίσκω.'
Ο εισπράκτορας λυπάται το παιδί και του λέει:
- 'Καλά δεν πειράζει, πες ότι το πλήρωσες το εισιτήριό σου.'
Και τότε το παιδί γεμάτο απορία του λέει:
- 'Και που είναι τα ρέστα;'
thumbnail
Ο Κόναν πληροφορείται ότι στην άλλη άκρη του κόσμου υπάρχει ένα πανύψηλο βουνό, στην κορυφή του οποίου βρίσκεται ένα παλάτι και μέσα στο οποίο κατοικεί ο γέροντας που κατέχει την απόλυτη σοφία της ζωής. Ζαλώνεται, λοιπόν, την ασπίδα, γραπώνει τη σπάθα, φοράει το γούνινο σωβρακάκι του και ξεκινάει για το βουνό.
Περνάει την Έρημο της Δίψας, το Φαράγγι Χωρίς Πάτο, ξυστά απ' το Πηγάδι των Χιλίων Ευχών, και μετά από πορεία εκατό ημερών στην Τούνδρα των Μηδέν Βαθμών Κέλβιν, φτάνει στους πρόποδες του Βουνού της Σοφίας, το οποίο βλέπει να χάνεται μέσα στα σύννεφα.
Αρχίζει την ανάβαση, τα μπράτσα σφίγγονται, οι φλέβες τινάζονται, το γούνινο σωβρακάκι τον προστατεύει απ' το κρύο.
Βρυχάται όταν, κουρασμένος από την ανάβαση, πατάει στο πλάτωμα στην κορυφή και βλέπει το κάστρο του Γέροντα να ορθώνεται απροσπέλαστο μπροστά του.
Η ξύλινη πύλη είναι κλειστή, αλλά την γκρεμίζει βρυχόμενος με ένα χτύπημα της ασπίδας του. Η επόμενη πόρτα, πιο βαριά, απαιτεί πιο δυνατό χτύπημα. Η τρίτη, σιδερένια, πέφτει μετά απ'το δεύτερο χτύπημά του. Η τελευταία βαριά σιδερένια πόρτα πέφτει με θόρυβο καθώς ο βρυχηθμός του Κόναν σπάει τη σιωπή της ψυχρής κυκλικής αίθουσας, στην οποία ο γέροντας συλλογίζεται με τα δάχτυλα ενωμένα κάτω απ'το πηγούνι του καθισμένος στον θρόνο του.
Ο Κόναν πλησιάζει το κέντρο της αίθουσας και ακουμπάει τα όπλα του μπροστά στα πόδια του Σοφού.
- Respect, γέροντα. Μου είπαν ότι κατέχεις το μυστικό των μυστικών.
- Υπάρχουν και τα πόμολα, Κόναν.
- Μιλάς με γρίφους, γέροντα...
thumbnail
Μια φορά βρίσκει ένας πρεζάκιας ένα λυχνάρι. Αφού το τρίβει αρκετές φορές, βγαίνει από μέσα ένα τζίνι:
- Γεια σου αφέντη, μπορώ να σου πραγματοποιήσω όποια ευχή θες!
- Αλήθεια;
- Ναι!
- Έχεις ένα ευρώ;
thumbnail
Κάπου στον πλανήτη, σε μια μεγάλη λεωφόρο, περπάταγαν δύο ρακοσυλλέκτες, όταν κάποια στιγμή βλέπουν μια γριούλα που προσπαθούσε να διασχίσει τη λεωφόρο αλλά δεν τα κατάφερνε.
Όταν η γριούλα λοιπόν είδε τους δύο φτωχούς φίλους, τους ζήτησε να την βοηθήσουν να διασχίσει τη λεωφόρο και τους εκείνη θα τους αντάμειβε. Εκείνοι δέχθηκαν μετά χαράς, αφού κάτι θα κέρδιζαν.

Οταν λοιπόν πέρασαν απέναντι, η γριούλα τους έδωσε από τρία αυγά και τους είπε ότι κάθε φορά που θα έσπαγαν ένα, κάνοντας μία ευχή ταυτόχρονα, θα εκπληρώνοταν. Φεύγουν λοιπόν οι δύο φτωχοί για τις παράγκες τους.
Οταν ο πρώτος έφτασε στην παράγκα του, μπαίνει μέσα, σπάει το πρώτο αυγό και ζητάει η παράγκα του να μεταμορφωθεί σε μια βίλλα πολυτελείας. Και ξαφνικά εμφανίζεται μια βιλλάρα. Σπάει και το δεύτερο αυγό και ζητάει να γεμίσει η βίλλα εκατομμύρια. Έτσι και έγινε. Ολόκληρη η βίλλα γέμισε με λεφτά.
Σπάει στο τέλος και το τρίτο αυγό. Αυτή τη φορά, ζητάει να εμφανιστούν έξω από τη βίλλα, τα πιο ακριβά αυτοκίνητα, γεμάτα με πανέμορφες γυναίκες.

Περνούσαν τα χρόνια και ο άνθρωπος αυτός άρχισε να αναρωτιέται τι να είχε γίνει εκείνος ο παλιός του φίλος. Πήγε λοιπόν να τον επισκεφθεί και αντίκρυσε στο ίδιο σημείο που έμενε παλιά, την ίδια παράγκα. Μπαίνει μέσα και τον βλέπει στην ίδια αθλία κατάσταση και εύλογα αναρωτιέται:
- 'Mα καλά ρε φίλε, τι έκανες με τα αυγά που μας έδωσε εκείνη η γριά;'
- '’στα φίλε μου. Όταν μπήκα μέσα στην παράγκα, έτσι όπως κράταγα τα αυγά, μου έπεσε το ένα και εγώ είπα 'αρχίδια'. Και γέμισε όλη η παράγκα αρχ..α '.
- 'Mα καλά, είχες άλλα δύο, τί τα έκανες;'
- 'Που λες, αναγκαστικά έσπασα το δεύτερο αυγό, για να εξαφανιστούν όλα τα αρχ..α.'
- 'Kαι το τρίτο αυγό, τι το έκανες;'
- 'Το έσπασα για να γυρίσουν πίσω τα δικά μου αρχ..α!'.
thumbnail
Ήταν ένας επιχειρηματίας, πάμπλουτος. Κάποια στιγμή, του τυχαίνει μια στραβή και χάνει τα πάντα. Απελπισμένος, πηγαίνει σε μια γέφυρα με σκοπό να βάλει τέρμα στη ζωή του. Εκεί που είναι έτοιμος να πέσει στο κενό, τον αρπάζει ένα χέρι και τον τραβάει. Εκνευρισμένος, κοιτάζει πίσω του και βλέπει ένα γέρο.
- Παιδί μου, ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Ο Αϊ-Βασίλης. Ίσως μπορώ να σε βοηθήσω!
- Ασε με, ρε Αϊ-Βασίλη! Είχα λεφτά, είχα αμάξια, γκόμενες! Τώρα δεν έχω τίποτα.
- Και γι αυτό ανησυχείς; του λέει ο Αϊ-Βασίλης. Αύριο, στις 10 το βράδυ, κάτω από αυτή τη γέφυρα θα σε περιμένει μια κόκκινη Ρολς-Ρόις, όλη δική σου.
Χαρά ο επιχειρηματίας:
- Αχ, Αϊ-Βασίλη μου, να σε φιλήσω!
Ματς - μουτς, ξαναμελαγχολεί.
- Τι είναι τώρα; ρωτάει ο Αϊ - Βασίλης.
- Αχ, Αϊ-Βασίλη μου, είχα αμάξι, αλλά είχα και γκόμενες! Πέντε πέντε τις έβγαζα.
- Γι αυτό ανησυχείς; Αύριο, μέσα στη Ρολς-Ρόις θα είναι και έξι γκόμενες, όλες δικές σου.
Τρελαίνετε ο επιχειρηματίας, αγκαλιές, φιλιά κλπ. μα ξαναμελαγχολεί.
- Τι έπαθες πάλι; ρωτάει ο Αϊ-Βασίλης.
- Αχ, Αϊ-Βασίλη μου. Είχα αμάξι, είχα γκόμενες, αλλά είχα και λεφτά. Τα πετούσα στο δρόμο, τα έδινα δεξιά κι αριστερά. Τώρα είμαι άφραγκος!
- Μην κάνεις έτσι, του λέει ο Αϊ-Βασίλης. Αύριο, μέσα στο αμάξι, η πιο ξανθιά από τις έξι γκόμενες θα κρατάει μια βαλίτσα με 90 τρις, όλα δικά σου!
Πετάει ο επιχειρηματίας!
- Αχ, Αϊ-Βασίλη μου, πώς θα στο ξεπληρώσω!!!
- Να μου πάρεις μια πίπα.
Κόκαλο ο επιχειρηματίας.
- Εντάξει, Αϊ-Βασίλη μου, τόσα έκανες για μένα. Είναι το ελάχιστο που μπορώ να κάνω.
Φεύγουν μαζί, πηγαίνουν σε ένα μοτέλ, νοικιάζουν ένα δωμάτιο, μπαίνουν μέσα, τα κατεβάζει ο Αϊ-Βασίλης, ξεκινάει τη δουλειά του ο επιχειρηματίας.
Ενώ γίνεται ότι γίνεται, ρωτάει ο Αϊ-Βασίλης:
- Πώς σε λένε νεαρέ μου;
- Αλέξη, απαντάει εκείνος και συνεχίζει.
- Και τι δουλειά είπαμε ότι κάνεις Αλέξη;
- Επιχειρηματίας, και συνεχίζει.
Μετά από μια παύση, ρωτάει ξανά ο Αϊ-Βασίλης:
- Πόσο χρονών είσαι Αλέξη;
- Τριάντα πέντε.
- Καλά, ρε Αλέξη! Είσαι τριάντα πέντε χρονών και ακόμα πιστεύεις ότι υπάρχει Αϊ-Βασίλης;
thumbnail
Ο μούτσος ενός καραβιού ήταν ένας απίστευτα κοντός τύπος: μόλις τριάντα εκατοστά. Αλλά για το μπόι του ήταν φοβερός δουλευτής. Μια μέρα λοιπόν τον φωνάζει ο καπετάνιος:
-«Λοιπόν, αγόρι μου, επειδή είσαι πολύ καλός στη δουλειά σου αποφάσισα να σου κάνω ένα δώρο. Θα πας στην καμπίνα μου και μέσα στο συρτάρι μου θα βρεις ένα παλιό λυχνάρι.
Τρίψτο κι απ' το τζίνι που θα εμφανιστεί ζήτα ό,τι θες.».
Ο μούτσος ευχαριστεί τον καπετάνιο και πάει στην καμπίνα του. Βρίσκει το λυχνάρι, το τρίβει κι απ' το στόμιό του πετάγεται καπνός, που παίρνει σε λίγο τη μορφή ενός απίστευτα γέρικου πνεύματος.
-«Στις διαταγές σου, αφέντη μου. Ποια είναι η επιθυμία σου;».
Σκέφτεται λίγο ο μούτσος κι απαντά: «Θέλω μια κάσα λίρες.».
-«Δε σ' άκουσα, αφέντη μου, τι είπες πως θέλεις;», ξαναρωτά το τζίνι.
-«ΘΕΛΩ ΜΙΑ ΚΑΣΑ ΛΙΡΕΣ», φωνάζει δυνατά ο μούτσος.
-«Καλά, αφέντη μου, πήγαινε και θα πραγματοποιηθεί η επιθυμία σου.», λέει το τζίνι.
Την άλλη μέρα μόλις ξυπνά ο μούτσος βλέπει να τον περιμένει μπροστά στο κρεβάτι του μια κάσα μπίρες. Απογοητευμένος πηγαίνει στον καπετάνιο του.
-«Καπετάνιε, αυτό το κουφό το τζίνι αντί να μου φέρει μια κάσα λίρες που ζήτησα μου' φερε μια κάσα μπίρες.».
-«Βρε, το άχρηστο. Ώστε το ξανάκανε!»
-«Θέλεις να πεις, καπετάνιε, ότι το' χει ξανακάνει;», ρωτάει ο μούτσος.
-«Ναι, βρε αγόρι μου. Ή μήπως φαντάζεσαι ότι εγώ του ζήτησα μούτσο τριάντα εκατοστά;».
thumbnail
Ο τύπος περπατάει στο δρόμο, οπότε σε κάποια στιγμή του ερχεται να κάνει την φυσική του ανάγκη.
Μπαίνει λοιπόν στις δημόσιες τουαλέτες, κατεβάζει το παντελόνι του, κάθεται αναπαυτικά και αρχίζει την δουλειά του. Ξαφνικά ακούει μια φωνή.
- Καλησπέρα!
Κοιτάει δεξιά αριστερά πάνω, τίποτα. Ξανακούει όμως...
- Καλησπέρα λέω, ακούς?
Τρελάινεται ο τύπος, απαντάει.
- Καλησπερα και σε σένα...
- Πού είσαι?
- Εδώ δίπλα... λέει ντροπαλά
- Τι κάνεισ? ρωτάει η φωνή πάλι.
- Εεε, καλά είμαι, την ανάγκη μου κάνω...
- Θες να έρθω απο κει?
- Οοοχι μωρε, εντάξει, τα καταφέρνω και μόνος... λεει ο δικός μας σοκαρισμένος και τότε ακούει.
- Μωρό μου θα σε πάρω πάλι σε λίγο γιατί ειναι ένας μα***ας εδω δίπλα που απαντάει σε όλες τις ερωτήσεις μου!!!

Τελευταίες Δημοσιεύσεις
enosis-music.eu
Τελευταίες Δημοσιεύσεις
enosis-music.eu