Roadhouse.gr
Roadhouse.gr
Αστεία και ανέκδοτα
Κάντε μας Like!
Διάφορα : Νασρεντίν Χότζα
Ο Ναστραντίν Χότζας παρουσιάζεται ως τύπος σούφι, φιλόσοφου ανατολίτη, οπλισμένος με φιλοσοφική εγκαρτέρηση στις αντιξοότητες της ζωής, πάντοτε ετοιμόλογος με ελευθερία εκφράσεων.
thumbnail
Κάποτε, ένας νεαρός, θέλοντας να ανακαλύψει τι είναι «Αλήθεια», αποφάσισε ν’ αφήσει το σπίτι του και να πάει να ζήσει πλάι σ’ ένα σεβάσμιο δάσκαλο, που δεν ήταν άλλος από τον Χότζα και που τότε ζούσε στις όχθες ενός ποταμού. Μια και δυο, πάει στο σπίτι του Χότζα.
- Σε παρα­καλώ, δάσκαλε, του λέει, επίτρεψέ μου να μείνω μαζί σου και να σε υπηρετώ για να μου διδάξεις τι είναι Αλήθεια.
Ο Νασρεντίν, που ήταν τότε άρρωστη η γυναίκα του, δέχτηκε την προσφορά. Έτσι ο νεαρός ανέλαβε να πλένει τα ρούχα του Χότζα, να μαγειρεύ­ει γι’ αυτόν, και να κάνει ό,τι άλλο του ζητούσε. Μετά από λίγο καιρό, η γυναίκα τού Χότζα έγινε καλά, αλλά επειδή της καλάρεσε να έχει υπηρέτη κι ο νεαρός δεν ήθελε να φύγει δεν είπε κανείς τίποτα κι όλα έμειναν όπως ήταν.
Ύστε­ρα από πέντε χρόνια, όμως, ο νεαρός λέει στο Χότζα:
- Πέρασα πέντε χρόνια μαζί σου Χότζα μου και ακόμη δεν ξέρω τι είναι η Αλήθεια. Δεν έμαθα τίποτα! Αν δεν σε πειράζει, θα φύγω για να βρω κάποιον άλλον δάσκαλο, απ’ τον οποίο θα μπορέσω ίσως να μάθω περισσότερα πράγματα.
- Δεν με πειράζει καθόλου παιδί μου, είσαι ελεύθερος να φύγεις, απαντά ο Νασρεντίν κάνοντας νόημα στη γυναίκα του να μην πει λέξη γιατί την είδε ότι ετοιμαζόταν να κρατήσει τον νεαρό.
Έτσι ο νεαρός άρχισε να γυρνάει από ‘δω κι από κει αναζητώντας δάσκαλο. Τι Ινδίες πήγε, τι Αίγυπτο πήγε, τι Κίνα πήγε, και που δεν πήγε αναζητώντας φωτισμένους δασκάλους. Και το τι τηλεπαθητικά, τηλεκινητικά και γενικώς μεταφυσικά και παραψυχολογικά μυστικά έμαθε, δεν λέγεται! Αφού στο τέλος πια, ξέχασε και ότι εκείνο που αναζητούσε ήταν η Αλήθεια. Κι όταν πια πέρασαν άλλα πέντε χρόνια, θυμήθηκε τον πρώτο του δάσκαλο τον Χότζα κι αποφάσισε να πάει να τον επισκεφτεί, για να τον εντυπωσιάσει.
- Τι έμαθες λοιπόν; τον ρωτάει ο Νασρεντίν μόλις κάτσανε να πιούνε τσάι.
Και ο πρώην μαθητής του άρχισε να τού λέει ότι μπορεί να διαβάζει τη σκέψη, ότι μπορεί να λυγίζει κουτάλια, να περπατάει πάνω σε αναμμένα κάρβουνα, να σηκώνεται από το έδαφος και να αιωρείται στον αέρα, κι ένα σωρό άλλα.
- Αυτά εί­ναι όλα κι όλα; ρώτησε ο Νασρεντίν τον νεαρό μόλις σταμάτησε.
Τότε ο νεαρός του λέει με φοβερή υπερηφάνεια δείχνοντας το ποτάμι που κυλούσε ήσυχα δίπλα τους:
- Και μπορώ να περπατήσω πάνω στο νερό και να πάω περπατώντας στην απέναντι όχθη.
- Καλά, του λέει έκπληκτος ο Νασρεντίν, και σου πήρε πέντε χρόνια για να μά­θεις κάτι τέτοιο; Θα μπορούσες να πάρεις τη βάρκα που είναι εκεί, και να σε πάει απέναντι σε πέντε λεπτά!
thumbnail
Ο Νασραντιν ανοιγει στον κηπο του μια βαθεια τρυπα και μετα την γεμιζει με πετρες.Ο γειτονας το βλεπει και τού κανει ειρωνικα
-Χοτζα,καλα τις ξεφορτωθηκες τις πετρες,αλλα το χωμα που εβγαλες που θα το βαλεις;
-ειναι απλο:θα ανοιξω μια τρυπα και θα το ριξω μεσα!
-μπραβο! αλλά δεν μού λες,το χωμα που θα βγαλεις απο την δευτερη τρυπα,πού θα το βαλεις; θα ανοιξεις μηπως μια τριτη;
-κοιτα,μη μού ζαλιζεις τα αυτιά!....δεν αδειαζω να σού εξηγησω το σχεδιο μου σε ολες του τις λεπτομερειες.
thumbnail
-Δεν υπάρχει κάτι που να μην μπορώ να το απαντήσω με την επιστήμη μου, είπεένας λόγιος στον Νασραντίν.
-Κι όμως, πριν μια εβδομάδα ένας χωρικός μου έκανε μια ερώτηση που δεν κατόρθωσα να απαντήσω, είπε ο Νασραντίν.
-Αν ήμουν εκεί θα του είχα απαντήσει, είπε ο λόγιος.
-Πολύ καλά λοιπόν. Με ρώτησε Τι γυρεύεις στο σπίτι μου, τρεις η ώρα το πρωί.
thumbnail
Λοιπόν, ο Χότζας ένα βράδυ βηματιζε νευρικά πάνω - κατω, πάνω - κάτω στην κρεβατοκάμαρα και είχε σπάσει να νεύρα της γυναίκας του.
- Τι έχει βρε ανθρωπέ μου και δεν κοιμάσαι;
- Να χρωστάω στον Εβραίο απέναντι 1000 χρυσα γρόσια και δεν έχω αυριο να του τα δώσω.
- Ε και γιαυτό σκας; Κατσε να δεις. Πάει η γυναίκα του στο παράθυρο και φωνάζει του Εβραίου:
- Ε, γείτονα, τα 1000 χρυσά που σου χρωστάμε δεν τα έχουμε! Υστερα λέει στον άντρα της. Τώρα ησύχασες; Σβήσε το φως και κοιμήσου. Τώρα ο Εβραίος θα μείνει ξάγρυπνος!

thumbnail
Ο Χότζας ότι τον ρωτούσανε τα ήξερε όλα. Για όλα τα πράγματα είχε μια άποψη, μια θέση. Λένε καποιοι που τον ζηλευαν δεν γίνεται αυτό το πράγμα, πρέπει να τον πιάσουμε κοτσο.
- Βρήκα τι θα κανουμε. Θα βάλουμε το Γιώργο να πάρει ένα σπουργίτι και να το κρατάει στο χέρι του στη πλάτη του εδώ πίσω. θα ρωτήσουμε το Χότζα που τα ξέρει όλα «Χότζα, ο Γιώργος που κρατάει ένα πουλάκι πίσω από τη πλάτη του είναι ζωντανό ή πεθαμένο;»Αν μας πει ότι είναι πεθαμένο, ο Γιώργος θα ανοίξει το χέρι του το πουλάκι θα πετάξει και θα του αποδείξουμε ότι δεν τα ξέρει όλα.
- Αν μας πει ότι είναι ζωντανό;»
- Ε τότε ο Γιώργος θα το στραγγαλίσει και θα φανεί πεθαμένο
Ενθουσιάστηκαν όλοι, κατεβαίνει ο Χότζας τον πλησιάζουν όλοι και τον ρωτανε.
- Χότζα εσύ που τα ξέρεις όλα, ο Γιώργος έχει ένα πουλάκι στο χέρι του, πίσω στη πλάτη του. Πες μας είναι ζωντανό ή πεθαμένο;
Ο Χότζας κάθεται, χαϊδεύει λίγο τη κοιλίτσα του, χαϊδεύει το μούσι του και τους λέει: «στο χέρι σας είναι».
thumbnail
Μια φορά κι έναν καιρό ο Χότζας πήγε στον μπακάλη και αγόρασε δυο αυγά αλλά ξέχασε να πάρει τα χρήματα από το σπίτι και ο μπακάλης τού έδωσε τ' αυγά με την προϋπόθεση ότι θα τα πληρώσει την άλλη μέρα.
Την επόμενη μέρα ξέχασε να πάει τα χρήματα και τα πήγε μετά από 10 μέρες. Ο μπακάλης τότε του ζήτησε πολλά χρήματα. Ο Χότζας ξαφνιάστηκε και είπε :
- Για δυο αυγά να σε πληρώσω τόσα πολλά λεφτά;
- Αν αυτά τα δυο αυγά τα κλωσούσε η κότα θα γινόντουσαν πουλιά, τα πουλιά θα γινόντουσαν κότες, οι κότες ξανά θα γεννούσαν άλλα πουλιά.....
Θύμωσε ο Χότζας κι έφυγε. Ο μπακάλης όμως δεν τον άφησε και τον έκανε μήνυση. Όταν έφτασε η μέρα της δίκης, τον κάλεσαν να πάει στο δικαστήριο. Ο Χότζας ήταν πολύ πονηρός κι άργησε να πάει. Όταν έφτασε καθυστερημένος ο πρόεδρος τον ρώτησε :
- Γιατί άργησες βρε Χότζα;
- Με συγχωρείς κύριε πρόεδρε για την καθυστέρηση. Έβραζα σιτάρι για το σπείρω αύριο.
- Τι κουταμάρες μας λες βρε Χότζα; Σπέρνεται το βρασμένο σιτάρι;
- Δε μου λες κύριε πρόεδρε, τα αυγά άμα τα βράσεις και τα φας γίνονται κότες; Γίνονται πουλιά; Γεννούνε;
Ο πρόεδρος τον αθώωσε και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
thumbnail
Μια μέρα ο Χότζας πήγε σε συμπόσιο γάμου.
Επειδή τα φορέματα του ήταν παλιά, δεν τον περιποιήθηκαν.
Ο Χότζας τότε πηγαίνοντας στο σπίτι του και φορώντας μια γούνα του, επιστρέφει.
Ο νοικοκύρης προϋπάντησε τον Χότζα με πολλές φιλοφρονήσεις και τον βάζει στην τιμητική θέση του τραπεζιού λέγοντας: «Ορίστε, ορίστε , κύριε Χότζα.» Και ο Χότζας, πιάνοντας το μανίκι της γούνας, της λεει: «Ορίστε, γούνα μου , ορίστε».
Οι παρευρισκόμενοι τότε τον ρώτησαν: «Τι κάμνεις;»
Και ο Χότζας απαντά: « Αφού όλες οι φιλοφρονήσεις γίνονται για την γούνα, αυτή ας καθίσει και ας φαει».
thumbnail
Ο Χότζας μια μέρα αγόρασε συκώτι και ενώ πήγαινε σπίτι του, τον συναντά κάποιος φίλος του και τον ρωτάν πως θα το ψήσει.
Ο Χότζας είπε ότι θα το ψήσει όπως συνήθως όλος ο κόσμος το ψήνει.
-«Α! Όχι,, του λέει φίλος του. «Υπάρχει και ένα άλλος τρόπος να το ψήσεις και τότε να δεις τι νόστιμο που θα γίνει»
Τότε ο Χότζας είπε: «Επειδή δεν μπορώ να κρατήσω στη μνήμη μου αυτότον τρόπο, σε παρακαλώ να τον γράψεις σε ένα χαρτί, και διαβάζοντας, να το ψήσω».
Ο Χότζας με εκείνη την όρεξη, ενώ έτρεχε στο σπίτι του, ένα γεράκι αρπάζει το συκότι από τα χέρια του και πέταει ψιλά.
Ο Χότζας, χωρίς να στενοχωρηθεί, δείχνοντας στο γεράκι την συνταγή του φίλου του είπε:
-«Άδικα κοπιάζεις, δεν θα καταλάβεις τίποτα από το φαγητό. Μου πήρες το συκώτι αλλά όχι και την συνταγή!»
thumbnail
Ο Χότζας ξεκουραζόταν κάτω από μια καρυδιά.
Μπροστά του ήταν ένα μποστάνι με καρπούζια.
Κοίταζε ο Χότζας τις καρπουζιές με τα λεπτά βλαστάρια και τα πελώρια καρπούζια, κοίταζε και την καρυδιά με τον χοντρό κορμό και τα μικρά καρύδια και μονολογούσε:
«Αχ, Αλλάχ, πώς τα 'φτιαξες έτσι τα πράγματα; Ανάποδα τα 'φτιαξες. Ένα τόσο δα βλασταράκι δίνει καρπό που δεν χωρά στην αγκαλιά και ένα τόσο χοντρό δέντρο φτιάχνει κάτι καρυδάκια μια σταλιά. Αν αυτό δεν είναι ανάποδο, τότε τι είναι;»
Δεν προλαβαίνει να αποσώσει την κουβέντα του και ένα καρύδι πέφτει από ψηλά στο κεφάλι του.
«Ωχ!» κάνει ο Χότζας και πετάγεται όρθιος. Τρίβει το κεφάλι του, κοιτάζει το καρύδι που είχε πέσει χάμω, κοιτάζει και τα καρπούζια λίγο παρακάτω και λέει:
«Δόξα να 'χει ο Αλλάχ! Ήξερε αυτός τι έκανε. Για φαντάσου να έσκαγε το καρπούζι στο κεφάλι μου!»
thumbnail
Μια μέρα οι γείτονες βλεπουν το Χοτζα να ριχνει ψίχουλα στην αυλή του. Τον ρώτησαν,
-τι κάνεις εκεί;
-διώχνω τις τίγρεις.
-Μα γιατί; τίγρεις δεν υπάρχουν εδώ! και ο Χότζας απαντά:
-είδες τι αποτελεσματικό όπλο είναι να ρίχνεις ψίχουλα στην εξώπορτα; διώχνει τις τίγρεις!
thumbnail
Έδωσε κάποιος ένα πουκάμισο στο Χότζα να το πουλήσει στην αγορά.
Τούτο όμως ήταν κλεμμένο και το γνώριζε ο Χότζας.
Εκεί στην αγορά και μέσα στο πλήθος κάποιος έκλεψε το πουκάμισο από τον Χότζα.
Όταν επέστρεφε, τον ρώτησε εκείνος ο οποίος του είχε δώσει το πουκάμισο πόσο το πούλησε. Αυτός απεκκριθεί
«Μεγάλη απραξία υπάρχει σήμερα στην αγορά και γι΄ αυτό το πούλησα όσο ήταν η αξία του, δηλαδή όσο το αγόρασες»
thumbnail
Μία μέρα, ο Νασρεδίν Χότζας κρατώντας τον γάιδαρο του από το χαλινάρι, περπατούσε, σέρνοντας τον από πίσω.
Τον είδαν μερικά αγριόπαιδα και αποφάσισαν να τον κλέψουν χωρίς να το καταλάβει ο Χότζας.
Ένα απ΄ αυτά είπε στους συντρόφους του:
-«Εγώ θα τα καταφέρω αυτήν την δουλειά αλλά εσείς πρέπει, αμέσως όταν παραλάβω τον γάιδαρο, να πάτε να τον πουλήστε στην αγορά».
Και μετά απ΄ αυτά προχώρησαν προς τον Χότζα.
Αφού προχώρησαν λίγο, ο ένας απ΄ αυτούς έβγαλε το χαλινάρι απ΄ το κεφάλι του γάιδαρου και το έβαλε πάνω στο δικό του, εξακολουθώντας να περπατάει πίσω απ΄ τον Χότζα, με το χαλινάρι στο κεφάλι.
Οι άλλοι δύο αμέσως παρέλαβαν τον γάιδαρο και αμέσως πήγαν στην αγορά να τον πουλήσουν.
Μετά από λίγο έτυχε να γυρίσει ο Χότζας πίσω να δει κάτι και αντί τον γάιδαρο του, βλέπει έναν χαλιναρωμένο άνθρωπο.
-«Συ ποιός είσαι;» ρωτά ο Χότζας.
-«Εγώ είμαι ο γάιδαρος σας», είπε το αγριόπαιδο.«Εγώ και πριν γίνω γάιδαρος ήμουν άνθρωπος, αλλά επειδή μία μέρα δυσαρέστησα τους γονείς μου, αυτοί με καταράστηκαν και έγινα γάιδαρος. Πρώτα με πούλησαν σε ένα ψωμά, έπειτα σε κηπουρό και τελευταία με πήρατε εσείς. Προ λίγου, όπως με σέρνατε, με είδαν οι γονείς μου στον δρόμο, με λυπήθηκαν και παρεκάλεσαν τον Θεό και ιδού αμέσως έγινα πάλι άνθρωπος».
Ο Χότζας, γεμάτος έκπληξη, έπιασε τα γενιά του. Και αφού σκέφθηκε λιγάκι είπε:
-«Αυτό που λες δεν είναι απίστευτο, αλλά δεν έπρεπε να συμβεί στίς ημέρες μου. Πήγαινε λοιπόν παιδί μου στο καλό και άλλη φορά με δυσαρεστείς τους γονείς σου» και τον ελευθέρωσε.
Αλλά ο Χότζας είχε ανάγκη γάιδαρου και πήγε στην αγορά να αγοράσει άλλον.
Εκεί βλέπει τον γάιδαρο του να περιφέρεται για πούλημα. Τον πλησιάζει ήσυχα ήσυχα και του λεει στο αυτί του:
-«Πάλι γάιδαρος έγινες; Πάλι δυσαρέστησες τους γονείς σου; Έλα λοιπόν πάλι στο αχούρι μου, διότι δεν είσαι για να γίνεις άνθρωπος» και αποδείχνοντας ότι είναι δικός του τον παίρνει πάλι πίσω.
thumbnail
Μια νύχτα μάλωσε ο Χότζας με την γυναίκα του η οποία οργισμένη που ήταν, δίνει μία κλωτσιά στον Χότζα και τον κατρακύλησε κάτω από την σκάλα.
Οι γείτονες ακούγοντας τον θόρυβο αυτό, όταν ξημέρωσε, ρώτησαν τον Χότζα τι συνέβη.
Αυτός απάντησε ότι μάλωσε με την γυναίκα του.
-«Πολύ καλά», είπαν αυτοί, «αλλά τόσος θόρυβος τι ήταν;»
-«Ενώ μαλώναμε με την γυναίκα μου,» είπε, «θύμωσε πολύ και με μια κλωτσιά κατρακύλησε το ράσο μου κάτω απ΄ την σκάλα».
Αλλά όταν τον παρατήρησαν ότι με το κατρακύλισμα του ράσου δεν ήταν δυνατόν να γίνει θόρυβος,
-«Ε!,» τους λεει, «τι στενοχωρήστε τόσο; Δεν καταλάβατε ότι βρέθηκα και εγώ μέσα στο ράσο;»
thumbnail
Μία μέρα μεταβαίνοντας ο Χότζας σε λουτρό και βλέποντας ότι κανείς δεν υπήρχε, στενοχωρήθηκε και άρχισε να τραγουδά.
Η φωνή του άρεσε και λεει στον εαυτόν του
-«Λοιπόν, τέτοια ωραία φωνή έχω εγώ;» και αμέσως αφού βγήκε απ΄ το λουτρό ανεβαίνει κατ΄ ευθείαν στο μιναρέ και ενώ ήταν μεσημέρι αρχίζει να αναγγέλλει προσευχή.
Κάποιος περαστικός ακούγοντας από τον μιναρέ να προσκαλεί ο Χότζας τους πιστούς στην προσευχή, είπε
-«Ω αμαθέστατε και με τέτοια ελεεινή φωνή προσκαλείς τους πιστούς;»
Ο Χότζας αμέσως ανταποκρίνεται
-«Ω άνθρωπε», του λεει, «εάν βρισκόταν κανείς αγαθοεργός και έκτιζε και δω πάνω κανένα λουτρό, θα με απάλλασσε από αυτήν την ελεεινή φωνή!»
thumbnail
Μια καλοκαιριάτικη μέρα ο Νασρεντίν φόρτωσε το γαϊδούρι του με διάφορες πραμάτειες και ξεκίνησε πρωί πρωί από το χωριό του για να της πάει στην πόλη που είχε παζάρι και να τις πουλήσει. Στα μισά του δρόμου πείνασε και σκέφτηκε να φάει το μισό από το καρπούζι που είχε πάρει μαζί του για ώρα ανάγκης. Σταμάτησε κάτω από ένα μεγάλο δέντρο, χώρισε με το μαχαίρι του το καρπούζι στα δύο κι ύστερα έκοψε την πρώτη φέτα. Την πιάνει με τα δυο του χέρια, της δίνει μια μεγάλη βαθιά δαγκωνιά και: «φτου..», έκανε με αηδία κι έφτυσε το καρπούζι στο χώμα, γιατί ήταν τελείως άγλυκο σαν αγγούρι! Ύστερα πήρε όλο το καρπούζι και με φοβερό θυμό το σήκωσε ψηλά και το πέταξε σε μια πέτρα, κάνοντάς το κομμάτια που σκόρπισαν γύρω από την πέτρα. Και σαν μην έφτανε αυτό, πήγε πάνω από τα κομμάτια του καρπουζιού και τα κατούρησε. Έτσι, αφού ξεθύμανε, καβάλησε το γαϊδούρι του και πήγε στο παζάρι, στην πόλη. Η μέρα του πήγε πολύ καλά αφού πούλησε όλη του την πραμάτεια και κατά το μεσημεράκι καβάλησε το γαϊδούρι του και πήρε το δρόμο του γυρισμού. Την ώρα του καταμεσήμερου κι ενώ ο καλοκαιριάτικος ήλιος έκαιγε βασανιστικά, βρέθηκε να περνάει δίπλα από το δέντρο όπου το πρωί είχε κομματιάσει το άνοστο καρπούζι. Ένοιωθε τρομερή δίψα. Σταμάτησε το γαϊδούρι δίπλα στο δέντρο, και κοίταξε το κομματισμένο καρπούζι που ήταν ακόμα εκεί κάτω από τη σκιά του. Ξεκαβάλησε και πλησίασε τα κομμάτια του καρπουζιού. Γονάτισε, διάλεξε ένα κομμάτι καρπουζιού που ήταν κάπως μακριά από την πέτρα και στριφογυρίζοντας το στο χέρι του ψιθύρισε, «αυτό δεν το έχω κατουρήσει» και το έφαγε. Ύστερα βρήκε ένα άλλο, «ούτε κι αυτό το έχω κατουρήσει» είπε και το έφαγε. Ύστερα πήρε άλλο ένα, έπειτα κι άλλο ένα και ψιθυρίζοντας πάντα, «αυτό δεν το έχω κατουρήσει», έφαγε όλο το κομματιασμένο και κατουρημένο καρπούζι, και ξεδιψασμένος ανέβηκε στο γαϊδούρι του και γύρισε ευχαριστημένος στο χωριό του.
thumbnail
Μια μέρα, εκεί που περπατούσε ο Νασρεντίν σ’ ένα στενό, ένας μάστορας που έφτιαχνε τα κεραμίδια σε μια στέγη, γλίστρησε κι ήρθε και…«προσγειώθηκε» πάνω στο Χότζα! Ο μάστορας δεν έπαθε τίποτα, αλλά ο Νασρεντίν μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο με σπασμένο σβέρκο!
- Και τι δίδαγμα βγάζεις απ’ αυτό που σου συνέβη; τον ρώτησε ένας φίλος του που πήγε να τον δει, κι ο Χότζας του απάντησε:
- Να μην το βάζεις κάτω πιστεύοντας στο αναπόφευκτο, ακόμα κι όταν μια αιτία κάνει το αποτέλεσμα να μοιάζει αναπόφευκτο. Απέφευγε θεωρητικές υποθέσεις, όπως, «όταν ένας άνθρωπος πέσει από μία στέγη, αναπόφευκτα θα σπάσει τον σβέρκο του», γιατί όπως έδειξε αυτό που μου συνέβη, ο μάστορας έπεσε από τη στέγη, αλλά το δικό μου σβέρκο έσπασε.
thumbnail
Μια μέρα, ρώτησε τον Νασρεντίν ένας μαθητής του:
- Πες μου δάσκαλε: Πώς θα μπορούσες να περιγράψεις τη δουλειά ενός αναζητητή της Αλήθειας;
Ο Νασρεντίν κοίταξε για λίγο σιωπηλός τον μαθητή του κι ύστερα χαμογέλασε πονηρά και του είπε:
- Σαν την ιστορία της κούκλας από αλάτι.
- Δηλαδή; ρώτησε ο μαθητής απογοητευμένος, νομίζοντας ότι ο δάσκαλός του τον κοροϊδεύει.
- Άκου την ιστορία, λοιπόν, είπε ο Νασρεντίν, όχι όμως με τ’ αυτιά σου, αλλά με την καρδιά σου.
Και να η ιστορία που είπε ο Μουλά Νασρεντίν στον μαθητή του:
«Μια κούκλα φτιαγμένη από αλάτι, ψάχνοντας να βρει την αλήθεια για το τι τέλος πάντων ήταν, ταξίδεψε χιλιάδες μίλια στεριάς, μέχρι που έφτασε και σταμάτησε στην άκρη της θάλασσας. Έμεινε ακίνητη κοιτάζοντας μαγεμένη εκείνη την υγρή κινούμενη μάζα που δεν έμοιαζε με τίποτα από όλα όσα είχε δει ως τότε και δεν ήξερε το όνομά της.
- Τι είσαι εσύ; ρώτησε η κούκλα από αλάτι τη θάλασσα.
- Έλα μέσα και δες μόνη σου, απάντησε η θάλασσα με ένα χαμόγελο καλοσύνης κι αγάπης.
Έτσι, η κούκλα από αλάτι προχώρησε, τσαλαβουτώντας στα νερά, προς τα μέσα. Όσο πιο βαθιά προχωρούσε, τόσο περισσότερο διαλυόταν μέχρι που έμεινε ένα μικρό κομματάκι από αυτή. Πριν διαλυθεί και το τελευταίο αυτό κομμάτι της και γίνει ένα με τη θάλασσα, η κούκλα από αλάτι πρόλαβε και φώναξε με θαυμασμό, μεθυσμένη από μια αλλόκοτη και πρωτόγνωρη χαρά
- Τώρα ξέρω τι είμαι!».
thumbnail
Ο Νασρεντίν έχασε τον γάιδαρό του και οι συχωριανοί του προσπαθούν να τον παρηγορήσουν.
- Μπορεί να έχασες τον γάιδαρό σου, Νασρεντίν, αλλά δεν χρειάζεται να στεναχωριέσαι περισσότερο απ’ όσο όταν έχασες την πρώτη σου γυναίκα.
- Αν θυμάστε, όταν έχασα την πρώτη μου γυναίκα, όλοι οι συγχωριανοί είπατε: Θα σου βρούμε κάποια άλλη. Μέχρι τώρα όμως, κανένας δεν προσφέρθηκε να αντικαταστήσει τον γάιδαρό μου!
thumbnail
Ο Νασρεντίν έστειλε ένα παιδί να φέρει νερό από την πηγή.
- Πρόσεξε να μην σπάσεις το σταμνί! του φώναξε και έδωσε ένα σκαμπίλι στο παιδί.
Ένας περαστικός ρώτησε τον Νασρεντίν γιατί χτύπησε κάποιον που δεν έχει κάνει τίποτα.
- Μα άνθρωπέ μου, είπε ο Νασρεντίν, θα ήταν ανώφελο να τιμωρήσω το παιδί όταν θα είχε πια σπάσει το σταμνί, έτσι δεν είναι;

Τελευταίες Δημοσιεύσεις
Τελευταίες Δημοσιεύσεις

Enosis ft. Soul In Sadness - Οφθαλμαπάτη

ENOSIS-->