Roadhouse.gr
Roadhouse.gr
Αστεία και ανέκδοτα
Κάντε μας Like!
Mεθισμένοι και bar
Ανέκδοτα με Μεθυσμένους και bar
thumbnail
Τρείς μεθυσμένοι, ανεβασμένοι στην κορυφή ενός ουρανοξύστη, κοιτάνε το έδαφος 600 μέτρα κάτω και ξαφνικά λέει ο ένας:
- Ρε παιδιά, αισθάνομαι τόσο καλά που νομίζω ότι θα πετάξω.
Δίνει λοιπόν μια βουτιά και αρχίζει να πέφτει. Κι εκεί που πήγε να τσακιστεί 10 μέτρα από το έδαφος, δίνει μια και ξανανεβαίνει πάνω, εκεί που ήταν οι άλλοι δύο. Μόλις το βλέπει αυτό ο δεύτερος λέει:
- Μάγκες, σειρά μου να πετάξω, και βαράει βουτιά στο κενό.
Σε αντίθεση με τον πρώτο όμως, αυτός τσακίζεται και γίνεται αλοιφή στο πεζοδρόμιο Γυρνάει τότε ο τρίτος και λέει στον πρώτο:
- Ρε Σούπερμαν, όταν μεθάς γίνεσαι πολύ μακάκας
thumbnail
Σε ένα μπαρ:
- Δε μου λες ρε χικ! νεαρέ, σε ποια χικ! περιοχή μένεις; Χικ!
- Εγώ μένω στον χικ! Πειραιά. Εσύ;
- Κι εγώ ρε συ χικ! Σε ποια οδο; Χικ!
- Χικ! Κολοκοτρώνη 19 χικ! Εσύ;
- Κι εγώ χικ! ρε φίλε! Σε πολυκατοικία χικ! μένεις;
- Ναι ρε χικ! Που το ήξερες; Χικ!
- Κι εγώ χικ! σε πολυκατοικία μένω ρε γείτονα χικ!
- Έλα ρε χικ! Σε ποιον χικ! όροφο;
- Στον χικ! τέταρτο. Εσύ;
- Κι εγώ εκεί μένω χικ! Δε μου λες ρε χικ! πως χικ! σε λένε;
- Χικ! Παπαδόπουλο. Εσένα;
- Κι εμένα χικ!!!
Κι ο μπάρμαν:
- Ααααα, σας βαρέθηκα κάθε βράδυ, πατέρα και γιο.........
thumbnail
Ένας τύπος βρίσκεται σε μια ταβέρνα και πίνει όλη την νύχτα. Ο μαγαζάτορας, κάποια στιγμή του λέει ότι πρέπει να φύγει επειδή το μαγαζί θα κλείσει. Έτσι, ο πελάτης σηκώνεται για να φύγει και πέφτει φαρδύς πλατύς, με τα μούτρα στο πάτωμα. Προσπαθεί να ξανασηκωθεί αλλά συμβαίνει το ίδιο. Σκάει με το πρόσωπο στο δάπεδο. Υποθέτει ότι αν
συρθεί μέχρι έξω και τον χτυπήσει ο δροσερός αέρας, τότε θα καταφέρει να συνέλθει λιγάκι.
Όταν έφτασε έξω από το μαγαζί, κάνει ακόμη μια προσπάθεια να σταθεί στα πόδια του και σκάει και πάλι στον δρόμο. Αποφασίζει να πάει μπουσουλώντας στα τέσσερα μέχρι το σπίτι του, που βρίσκεται τρία τετράγωνα παρακάτω. Όταν φτάνει έξω από την πόρτα, σηκώνεται και στηρίζεται στα πόδια του αλλά και πάλι σκάει ανάσκελα στην άσφαλτο.
Μέσα στο σκοτάδι, ανοίγει την πόρτα και σέρνεται μέχρι την κρεβατοκάμαρα. Φτάνοντας δίπλα στο κρεβάτι του, στερεώνεται με τα χέρια του στο πλάι του κρεβατιού και για λίγο ισορροπεί στα πόδια του πριν σωριαστεί στο κρεβάτι και πέφτει ξερός για ύπνο όταν το κεφάλι του ακουμπά στο μαξιλάρι. Ξυπνά την επόμενη μέρα με την γυναίκα του να στέκεται από πάνω του και να του φωνάζει:
- Ώστε, έτσι, ε; Πάλι ήσουν έξω εχτές και μπεκρούλιαζες!!!
- Μα, αγάπη μου, τι σε κάνει να το λες αυτό; την ρωτάει παίρνοντας ένα αθώο ύφος.
- Τι με κάνει να το λέω αυτό, ε; Έχεις το θράσος να με ρωτάς! Τηλεφώνησαν από την ταβέρνα και είπαν ότι έχεις ξεχάσει το αναπηρικό σου καροτσάκι εκεί.
thumbnail
Ένας μεθυσμένος προσπαθώντας να μπει στο σπίτι του χτυπάει επίμονα την κολώνα της ΔΕΗ. Ένας άλλος μεθυσμένος που περνάει εκείνη τη στιγμή τον ρωτάει τι κάνει.
- Χτυπάω να μου ανοίξουν αλλά δεν είναι κανείς.
- Xτύπα, χτύπα λέει ο δεύτερος επάνω είναι βλέπω φως.

thumbnail
Ένας εργάτης που δουλεύει σε ένα μεγάλο εργοστάσιο μπύρας, πέφτει σε ένα μεγάλο βαρέλι μπύρας και πνίγεται.
Στην κηδεία του η γυναίκα του κλαίει και οδύρεται. Σε κάποια στιγμή ακούγεται να λέει:
- Κώστα, αχ, Κώστα μου. Δεν είχες ούτε μία ευκαιρία.
Ο προϊστάμενος του νεκρού την ακούει και της λέει:
- Μα τι εννοείτε ότι δεν είχε ούτε μία ευκαιρία; Δυο φορές βγήκε από το βαρέλι για κατούρημα.
thumbnail
Ένας μπαίνει στο εξεταστήριο ενός γιατρού τύφλα στο μεθύσι, τρικλίζοντας και διπλωμένος στα δυο κυριολεκτικά, σωριάζεται κάτω. Προσπάθησε να σηκωθεί αλλά δεν μπορούσε γιατί το σαγόνι του σχεδόν ακούμπαγε στο γόνατό του, μούγκριζε και κάθε τόσο που προσπαθούσε να σηκωθεί σωριαζότανε χάμω.
-Σώσε με γιατρέ μου, τραύλισε, εγώ ήμουνα μια χαρά όταν βγήκα από την ταβέρνα, πως κατάντησα έτσι...
-Πες μου ακριβώς τι έγινε, του λέει ο γιατρός.
Να! σου λέω γιατρέ μου. Πήγα στην ταβέρνα, κοπανάω Κανά δυο μισές και όταν σηκωνόμουνα να φύγω μπαίνει στην ταβέρνα ο φίλος μου ο Μιστόκλης και καθόμαστε κάτω και φέρε και φέρε και φέρε γίναμε Ούγγροι. Σηκώνομαι και πάω στο μέρος κι εγώ ήμουνα εντάξει (γλουκ , με...το μπαρδόν) βγαίνω από μέσα σ αυτά τα χάλια (χικ) που με βλέπεις...Γιατρέ μου, κάνε με καλά. Ο γιατρός σκύβει από πάνω του, τον ψάχνει και σε λίγο του λέει:
-Σήκω πάνω και πήγαινε στο σπίτι σου, δεν έχεις τίποτα.
Σηκώνεται αμέσως αυτός όρθιος και διαπίστωσε ότι ήταν απόλυτα καλά και λέει στο γιατρό:
-Γιατρέ μου...να μου ζήσεις, και του φίλησε τα χέρια ο μεθυσμένος. Τι έκανες και μ έσωσες;
-Δεν ήταν τίποτα, αλλά άλλη φορά όταν πηγαίνεις στο μέρος να είσαι πιο προσεκτικός και να μην κουμπώνεις το σακάκι σου στο παντελόνι σου...
thumbnail
Πάει ένας σ' ένα μπάρ και λέει στο μπάρμαν:
- Θέλω ένα μέτρο μπύρα.
- Καλά ρε, τί είναι η μπύρα που θα σου δώσω ένα μέτρο; Αντε φύγε από δω.
Την επόμενη μέρα ξαναπάει.
- Θα ήθελα ένα μέτρο μπύρα παρακαλώ.
- Δε μπορώ να σας εξυπηρετήσω κύριε, του λέει ο μπάρμαν, φύγετε!
Την επομένη μέρα, ξαναπάει και πάλι ζήτησε το ίδιο. Κάποιος που έτυχε να ακούσει τη συζήτηση, λέει στον μπάρμαν:
- Πήγαινε στον κήπο, άνοιξε μια γούβα αύριο και γέμισε την μπύρα. Βάλτον να την πιεί από εκεί.
Την επόμενη μέρα, ξανάρθε ο τύπος.
- Γειά σας, θα ήθελα ένα μέτρο μπύρα.
- Μπορείτε να έρθετε πίσω παρακαλώ, λέει ευγενικά ο μπάρμαν.
Πηγαίνουν πίσω, γεμίζει τη γούβα με μπύρα και του λέει:
- Ορίστε κύριε η μπύρα σας.
- Κάνουμε κολπάκια ε; Τύλιξέ τη τώρα!
thumbnail
Πάει ένας κύριος σε ένα μπαρ για να πιει ουίσκι.
Κάθεται λοιπόν στο μπαρ και τον καλωσορίζει ο μπάρμαν.
- Γεια σας κύριε τι να σας βάλω να πιείτε;
- Βάλτε μου δύο jack daniels σε χαμηλό με πάγο.
- Μα κύριε αφού είστε μόνος γιατί θέλετε δύο ουίσκι; λέει ο μπάρμαν.
- Το ένα είναι για εμένα και το δεύτερο για τον αδερφό μου που είναι μετανάστης στην Αυστραλία Του βάζει τα δύο ουίσκι ο Μπάρμαν και αυτός τα πίνει όμορφα και ωραία, πληρώνει και φεύγει.
Την άλλη μέρα τα ίδια ξανά μανά ο τύπος στο μπαρ.
- Γεια σας κύριε τι να σας βάλω να πιείτε;
- Βάλτε μου δύο jack daniels σε χαμηλό με πάγο.
- Μα κύριε αφού είστε μόνος γιατί θέλετε δύο ουίσκι; λέει ο μπάρμαν.
- Το ένα είναι για εμένα και το δεύτερο για τον αδερφό μου που είναι μετανάστης στην Αυστραλία Του βάζει τα δύο ουίσκι ο Μπάρμαν και αυτός τα πίνει όμορφα και ωραία πληρώνει και φεύγει.
Αυτό συνεχιζότανε για μια εβδομάδα. Ο τύπος κάθε μέρα εκεί και έπινε δύο Jack daniels ένα γι αυτόν και ένα για τον αδερφό του τον μετανάστη! Μια μέρα λοιπόν του λέει:
- Μπάρμαν βάλε μου ένα ουίσκι.
- Γιατί μόνο ένα;
- Εγώ το έκοψα!
thumbnail
Μια φορά πηγαίνει ένας τύπος σ' ένα μπαρ.
-Κατάστημαααα, φωνάζει.
-Ορίστε κύριε.
-Βάλε μου ένα διπλό ουϊσκι πρίν αρχίσουμε.
-Αμέσως. (του το δίνει).Το πίνει σε χρόνο ντε-τε.
-Μπάρμαν, βάλε μου άλλο ένα διπλό ουϊσκι πρίν αρχίσουμε.
Το παίρνει στα χέρια του και το κατεβάζει σαν νερό.Ενώ έχει αρχίσει να ζαλίζεται, φωνάζει:
-Παιδί, βάλε μου ακόμη ένα διπλό ουϊσκι πρίν αρχίσουμε. Το πίνει μονορούφι. Έχει ήδη μεθύσει, μπερδεύει τα λόγια του αλλά επιμένει:
-Βάλε ΧΙΚ βάλε άααλλο ένΧΙΚ άλλο ένα διπλό ουϊσκι πριν αρΧΙΚ αρχίσουμε.
Ο μπάρμαν βλέποντας ότι ο άνθρωπος είναι τύφλα λέει:
-Ρε φίλε, αφού είσαι πίτα. Πλήρωσε να πας σπίτι σου.
-Να τα μας, αρχίσαμε...
thumbnail
Ένας μεθυσμένος επιστρέφει στο σπίτι του τις πρωινές ώρες σε κατάσταση ευθυμίας. Μάταια δοκιμάζει να ανοίξει την πόρτα του εξ'αιτίας τις τρεμούλας των χεριών του. Εκείνη την ώρα περνάει ο γαλατάς, τον βλέπει, σταματάει και τον ρωτάει:
- Μήπως θέλετε να σας κρατήσω το κλειδί;
- Άν δε σου κάνει κόπο, κράτα καλύτερα το σπίτι να μην κουνάει, απαντάει ο μεθυσμένος.
thumbnail
Ένας στρατιώτης βγαίνει μεθυσμένος από ένα κέντρο.
Στην πόρτα συναντά κάποιον με χρυσά κουμπιά και του λέει:
-Έ πορτιέρη, φέρε μου ένα ταξί.
-Δε βλέπεις, βλάκα, είμαι ναύαρχος.
-Τότε φέρε μου ένα βαπόρι!
thumbnail
Ενας μεθυσμένος μπαίνει σε μία καθολική εκλλησία. Προχωρώντας στο διάδρομο τελικά μπαίνει στο εξομολογητήριο.
Ο ιερέας της εκκλησίας βλέπει όλο το σκηνικό και θέλοντας να βοηθήσει τον μεθυσμένο, πηγαίνει στο διπλανό θάλαμο από τον μεθυσμένο και τον ρωτάει μέσα από τις γρίλιες:
- Μπορώ να σε βοηθήσω τέκνο μου;
Ο μεθυσμένος το σκέφτεται λίγο και απαντά:
- Εεε, δεν ξέρω... Υπάρχει καθόλου χαρτί υγείας από τη μεριά σου;
thumbnail
Πηγαίνει ένας τύπος στο μπαρ και λέει του μπάρμαν:
- Βάλε με να πιω 30 σφήνες.
Όντως ο μπάρμαν του βάζει. Μετά από λίγο του ξαναλέει:
- Βάλε με να πιω 25 σφήνες.
Τα κατεβάζει ο τύπος σα νερό και ξαναπαραγγέλνει 20 σφηνάκια. Αφού τα πίνει ξαναζητάει 15 σφηνάκια.
Κάπου εκεί αρχίζει πια και ζαλίζεται και με ύφος χάνου γυρνάει στον μπάρμαν και του λέει:
- Το ελαττώνω, το ελαττώνω και τίποτα δε γίνεται...
thumbnail
1. Εάν δεις κάποιο φίλο να πίνει, βοήθησέ τον.
2. Αγάπα το μπουκάλι σου ως εαυτόν.
3. Το ποτό είναι σαν τις γυναίκες. Όσο προσπαθείς να το κόψεις, τόσο περισσότερο το θέλεις.
4. Μην αφήνεις για αργότερα αυτό που θα μπορούσες να πιεις τώρα.
5. Το ποτό είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου.
6. Ο έχων δύο μπουκάλια τα πίνει και τα δύο.
7. Δεν υπάρχει λόγος να χρησιμοποιήσεις οποιοδήποτε είδος θερμαντικού το χειμώνα. Ένα σφηνάκι βότκα κάνει όλη τη δουλειά.
8. Εάν ο πατέρας σου σε χτύπησε διότι έμαθε ότι χτες βράδυ ήπιες πολύ, μην το σκέφτεσαι. Σκέψου πόσες φορές θα μπορούσε να το είχε κάνει πιο πριν.
9. Αν τα βλέπεις όλα θολά, πιες ακόμα ένα ποτήρι βότκα. Αν ακόμα τα βλέπεις θολά, θα μπορούσες απλά να σκουπίσεις τα γυαλιά σου.
10. Εάν κάποιο βράδυ πας σπίτι σου και διαπιστώσεις ότι ο δρόμος της γειτονιάς σου είναι τετραπλής κατεύθυνσης, μην κουράζεις το μυαλό σου με το να αναρωτιέσαι πώς έγινε. Απλά τα βλέπεις όλα διπλά.
thumbnail
- Πώς κατάλαβες μάρτυς ότι ο κατηγορούμενος ήταν μεθυσμένος;
- Πήγε κι έπεσε πάνω σε έναν στύλο κ. Πρόεδρε. Τραβήχτηκε και ξαναέπεσε πάνω στο στύλο. Αυτό έγινε 4-5 φορές, οπότε φώναξε:
Πω-πω! Έχω χαθεί σε δάσος!.
thumbnail
Πάει ένας τύπος σε ένα μπαρ και ζητάει ένα ποτήρι ουίσκι του το δίνει ο μπάρμαν και μόλις τελειώνει ρωτάει ποσά χρωστάει:
- 10 λεπτά, λέει ο μπάρμαν.
Τα χάνει ο πελάτης με την τιμή και ζητάει άλλο ένα και το πίνει.
Μετά ζητάει 2 μπουκάλια ουίσκι για να τα πάρει μαζί του και ξαναρωτάει πόσο κάνουν.
- 10 λεπτά, λέει ο μπάρμαν.
Καθώς έφευγε ρωτάει τον μπάρμαν:
- Γιατί τα πουλάς τόσο φτηνά;
- Το αφεντικό είναι στο πατάρι και μου γαμάει την γυναίκα, έτσι και εγώ του γαμάω το ταμείο.
thumbnail
Γυρνάει ο Μήτσος ξημερώματα σπίτι, τύφλα στο μεθύσι ξαπλώνει στο κρεββάτι και πεθαίνει. Στον Παράδεισο που φτάνει, διαμαρτύρεται...
- Δεν θέλω να πεθάνω, δεν θέλω να πεθάνω, αφήστε με, θέλω να γυρίσω πίσω!!!
Ο Άγιος επί της υποδοχής, ο Πέτρος, του λέει, δεν γίνονται αυτά τα πράγματα, άπαξ και ήρθες εδώ, τέρμα...
Ο Μήτσος όμως συνεχίζει να χτυπιέται και να ζητάει να γυρίσει πίσω...
Για στάσου του λέει ο Άγιος Πέτρος, κάτι μπορούμε να κάνουμε θα γυρίσεις πίσω, αλλά θα είσαι κοτόπουλο, θα σε στείλω σε μιά φάρμα κοντά στο σπίτι που έμενες...
Ο Μήτσος απαγοητευμένος δέχεται και σε λίγο αρχίζει να βγάζει φτερά, λειρί και να, βρέθηκε κοτόπουλο σε φάρμα στη παλιά του γειτονιά...
Μετά από λίγο αισθάνεται ένα βράσιμο στη κοιλιά του και, πλούπ, γεννάει ένα αυγό!!! Το κοιτάζει παραξενεμένος και σε λίγο να ένα αυγό ακόμα βγαίνει από μέσα του!!! Ενθουσιασμένος που αισθάνθηκε τη χαρά της μητρότητας, σφίγγεται να κάνει και άλλο αυγό...
Και τότε αισθάνεται μιά γερή σφαλιάρα και τη φωνή της Γυναίκας του, να του φωνάζει:
- Ξύπνα, Μα*άκα!!! δεν φτάνει που κακαρίζεις όλη τη νύχτα, αλλά μας κατάχεσες κιόλας!!!
thumbnail
Ένας τύπος βρίσκεται σε μια ταβέρνα και πίνει όλη τη νύχτα. Ο μαγαζάτορας κάποια στιγμή του λέει ότι πρέπει να φύγει, επειδή το μαγαζί θα κλείσει. Έτσι, ο πελάτης σηκώνεται για να φύγει και πέφτει φαρδύς πλατύς με τα μούτρα στο πάτωμα. Προσπαθεί να ξανασηκωθεί, αλλά συμβαίνει το ίδιο. Σκάει με το πρόσωπο στο δάπεδο. Υποθέτει ότι αν
συρθεί μέχρι έξω και τον χτυπήσει ο δροσερός αέρας, τότε θα καταφέρει να συνέλθει λιγάκι.
Όταν έφτασε έξω από το μαγαζί, κάνει ακόμη μια προσπάθεια να σταθεί στα πόδια του και σκάει και πάλι στον δρόμο. Αποφασίζει να πάει μπουσουλώντας στα τέσσερα μέχρι το σπίτι του, που βρίσκεται τρία τετράγωνα παρακάτω. Όταν φτάνει έξω από την πόρτα, σηκώνεται και στηρίζεται στα πόδια του αλλά και πάλι σκάει ανάσκελα στην άσφαλτο. Μέσα στο σκοτάδι, ανοίγει την πόρτα και σέρνεται μέχρι την κρεβατοκάμαρα. Φτάνοντας δίπλα στο κρεβάτι του, στερεώνεται με τα χέρια του στο πλάι του κρεβατιού και για λίγο ισορροπεί στα πόδια του πριν σωριαστεί στο κρεβάτι και πέφτει ξερός για ύπνο όταν το κεφάλι του ακουμπά στο μαξιλάρι. Ξυπνά την επόμενη μέρα με την γυναίκα του να στέκεται από πάνω του και να του φωνάζει:
- Ώστε, έτσι, ε; Πάλι ήσουν έξω εχτές και μπεκρούλιαζες!
- Μα, αγάπη μου, τι σε κάνει να το λες αυτό; την ρωτάει παίρνοντας ένα αθώο ύφος.
- Τι με κάνει να το λέω αυτό, ε; Έχεις το θράσος να με ρωτάς! Τηλεφώνησαν από την ταβέρνα και είπαν ότι έχεις ξεχάσει το αναπηρικό σου καροτσάκι εκεί!
thumbnail
Ο πελάτης, κάθε φορά που μπαίνει στο μπαρ, παραγγέλνει τρία μεγάλα ποτήρια μπύρα. Ο μπάρμαν τον ρωτά γιατί παραγγέλνει πάντοτε τρία συγχρόνως.
Ο πελάτης εξηγεί ότι το ένα είναι για τον εαυτό του, το δεύτερο για τον αδελφό του που είναι στην Αμερική και το τρίτο για τον άλλον αδελφό του που είναι στην Αυστραλία. Μετά από αρκετό καιρό, μπαίνοντας, παραγγέλνει δύο ποτήρια μπύρα. Ο μπάρμαν ρωτά ανήσυχος:
-Επαθε κανένας αδελφός σας τίποτα;
-Οχι, απλώς εγώ έκοψα το ποτό!!

Τελευταίες Δημοσιεύσεις
enosis-music.eu
Τελευταίες Δημοσιεύσεις
enosis-music.eu