Roadhouse.gr
Roadhouse.gr
Αστεία και ανέκδοτα
Κάντε μας Like!
Τοπικά και εθνότητες
Τοπικά Ανέκδοτα
thumbnail
O γιός ενός Άραβα σεΐχη πήγε για σπουδές στη Τσεχία.
Μετά από ένα μήνα γράφει στους δικούς του:
Η Πράγα είναι απίθανη, οι άνθρωποι πολύ άνετοι και μ’ αρέσει εδώ. Μόνο που μερικές φορές ντρέπομαι όταν πηγαίνω στο Πανεπιστήμιο με τη χρυσή μου Mercedes και βλέπω τον καθηγητή μου να κατεβαίνει από το τραμ.
Μετά από μερικές μέρες του στέλνουν οι γονείς του μια επιταγή του 1 εκατομμυρίου ευρώ με τη σημείωση:
Μη μας προσβάλλεις άλλο παιδί μου, αγόρασε κι εσύ ένα τραμ!
thumbnail
Κάθε φορά που ο αρχηγός των ινδιάνων έμπαινε στη σκηνή του Κόκκινου Σύννεφου τον έβρισκε να αυνανίζεται. Ο αρχηγός άρχισε ν’ ανησυχεί οπότε του γνωρίζει μια πανέμορφη ινδιάνα για σύντροφο.
Μία μέρα μετά το γάμο τους, ο αρχηγός μπαίνει στη σκηνή τους και συλλαμβάνει το Κόκκινο Σύννεφο να αυνανίζεται με μανία:
- Τι κάνεις; τον ρωτά ο αρχηγός. Εδώ σε πάντρεψα με μία πανέμορφη γυναίκα.
Το Κόκκινο Σύννεφο του απαντάει:
- Πιάστηκε το χέρι της!
thumbnail
Κάποιος Τζιράκης από το χωριό Αβρακόντε Λασιθίου κρατείται στις φυλακές Αλικαρνασσού Ηρακλείου για κλοπή αιγοπροβάτων και προς σ' αυτό φωνάζει ένα δικηγόρο και του λέει ικετευτικά:
- Σώσε με, κύριε δικηγόρε, και εγώ ό,τι θες μου ζήτα.
- Η υπόθεσή σας είναι δύσκολη, του απαντά ο δικηγόρος, όμως με δέκα χιλιάδες ευρώ και αν κάνεις ό,τι σου πω, θα αθωωθείς σίγουρα. Συμφωνείς ή όχι;
- Συμφωνώ απόλυτα, απαντά ο Τζιράκης.
- Λοιπόν, αύριο που θα γίνει το δικαστήριο, ό,τι σε ρωτά ο πρόεδρος του δικαστηρίου, εσύ θα απαντάς 'μπεεε' και άφησε τα υπόλοιπα σε μένα, εντάξει;
- Συμφωνώ απόλυτα, απαντά και πάλι ο Τζιράκης.
Την επόμενη γίνεται το δικαστήριο και ο πρόεδρος του δικαστηρίου ρωτά τον Τζιράκη:
- Πώς λέγεσαι κατηγορούμενε;
- Μπεεε, φωνάζει ο Τζιράκης.
Ο πρόεδρος χαμογελάει, παίρνοντας την απάντηση του κατηγορούμενου ως αστείο, χάρη της κλοπής των αιγοπροβάτων, και λέει και πάλι στον κατηγορούμενο:
- Κατηγορούμενε, βάλε το χέρι σου στο Ευαγγέλιο και πες 'ορκίζομαι να πω την αλήθεια και μόνο την αλήθεια σε ότι με ρωτά το δικαστήριο'.
- Μπεεε, φωνάζει ο Τζιράκης.
- Κατηγορούμενε, τι είναι αυτά που λες, θα σε κλείσω στη φυλακή! οδύρεται ο πρόεδρος.
- Μπεεε, φωνάζει ο Τζιράκης.
Μετά από πολλά 'μπεεε' ο πρόεδρος του δικαστηρίου λέει στον εισαγγελέα και στους αστυνομικούς:
- Κύριε εισαγγελεύς, ο άνθρωπος αυτός είναι τρελός και συνεπώς αθώος, αστυνομικοί πάρτε τον από εδώ!
Μετά από αυτό ο δικηγόρος φωνάζει τον Τζιράκη κατά μέρος και του λέει θριαμβευτικά:
- Με παραδέχεσαι κ. Τζιράκη; Σε αθώωσα. Δώσε μου τώρα ό,τι συμφωνήσαμε και όποτε με χρειασθείς εδώ είμαι.
Και ο Τζιράκης του απαντά:
- Μπεεε!

thumbnail
Ο Γιάννης ο αγρότης αποφάσισε ότι ο τραυματισμός του από το ατύχημα ήταν αρκετά σημαντικός ώστε να πάει την εταιρεία μετακομίσεων (υπεύθυνη για το ατύχημα) στα δικαστήρια. Στα δικαστήρια, ο δικηγόρος της εταιρείας ρωτούσε τον Γιάννη.

- Μα δεν είπατε κατά τη σκηνή του ατυχήματος «Καλά είμαι»; Ο Γιάννης απάντησε:
- Λοιπόν, θα σας πω τι έγινε. Μόλις είχα φορτώσει το αγαπημένο μου γαϊδούρι, το Μήτσο, μέσα στο…
- Δεν σας ρώτησα για λεπτομέρειες, ο δικηγόρος διέκοψε, απλά απαντήστε την ερώτηση: Δεν είπατε μετά το ατύχημα «Καλά είμαι»;

Ο Γιάννης είπε:
- Λοιπόν, μόλις είχα φορτώσει τον Μήτσο στο αγροτικό μου και οδηγούσα στο δρόμο…

Ο δικηγόρος διέκοψε και πάλι και είπε:
- Κύριε δικαστή, προσπαθώ να επιβεβαιώσω το γεγονός ότι μετά το ατύχημα, αυτός ο άνθρωπος είπε στον αστυνομικό που κατέφτασε ότι ήταν καλά. Τώρα μερικές εβδομάδες μετά καταγγέλλει τον πελάτη μου. Πιστεύω ότι είναι απατεώνας. Παρακαλώ πείτε του απλά να απαντήσει στην ερώτηση.

Ο δικαστής όμως ενδιαφερόταν πολύ για την ιστορία που ο αγρότης έλεγε και έτσι είπε στο δικηγόρο:
- Θα με ενδιέφερε να ακούσω τι έχει να πει ο Γιάννης για τον Μήτσο. Ο Γιάννης ευχαρίστησε τον δικαστή και συνέχισε:

- Λοιπόν, όπως έλεγα, μόλις είχα φορτώσει τον Μήτσο στο αγροτικό μου και οδηγούσα στο δρόμο προς την πόλη, όταν ένα τεράστιο φορτηγό της εταιρείας αυτής παραβίασε το σήμα STOP που είχε και τράκαρε το αγροτικό μου. Εκτοξεύτηκα στη μία άκρη του δρόμου και ο Μήτσος στην άλλη. Είχα τραυματιστεί πολύ άσχημα και δεν μπορούσα να κουνηθώ. Παρόλα αυτά, άκουγα τον Μήτσο να γκαρίζει και να ουρλιάζει από πόνο και αυτός. Ήξερα ότι ήταν και αυτός σε πολύ άσχημη κατάσταση από τις φωνές του και μόνο. Λίγο μετά το ατύχημα ένας αστυνομικός ήρθε. Άκουγε τα γκαρίσματα του Μήτσου και πήγε έτσι πρώτα σε αυτόν. Αφού τον κοίταξε, έβγαλε το όπλο του και τον πυροβόλησε ανάμεσα στα μάτια του. Μετά, ο αστυνομικός πέρασε απέναντι το δρόμο με το όπλο του στο χέρι και με κοίταξε.
Είπε : «Το γαϊδούρι σας ήταν σε Τόσο άσχημη κατάσταση που έπρεπε να το πυροβολήσω. Εσείς πώς αισθάνεστε;»
thumbnail
Είναι τρεις φίλοι που συναντιούνται μετά από χρόνια, ένας Γερμανός, ένας Γάλλος κι ένας Έλληνας και συζητάνε για το πως καταλαβαίνουν αν η γυναίκα τους τους απατάει.
Ο Γερμανός λέει:
- Αν με απατήσει η γυναίκα μου την καταλαβαίνω αμέσως. Μπαίνω στο σπίτι το βράδυ, της ρίχνω μια ματιά και την κόβω κατευθείαν, είναι φως φανάρι. Δεν της λέω τίποτα, πηγαίνω στην αποθήκη, παίρνω το ρόπαλο, ανεβαίνω στο σπίτι, την κάνω τόπι στο ξύλο και στο τέλος μου τα ομολογεί όλα!
Λέει ο Γάλλος:
- Δεν ντρέπεσαι ρε βάρβαρε να κάνεις τέτοια πράγματα. Στη Γαλλία είναι διαφορετικά τα πράγματα. Ακούστε να δείτε. Αν με απατήσει η γυναίκα μου την καταλαβαίνω αμέσως. Μπαίνω στο σπίτι το βράδυ, της ρίχνω μια ματιά και την κόβω κατευθείαν, είναι φως φανάρι. Δεν της λέω τίποτα, την παίρνω, την πηγαίνω μια βόλτα στο Σηκουάνα, μετά δείπνο ρομαντικό στην Μονμάρτρη, κεριά, κρασιά, ιστορίες, της πιάνω το χέρι και μου τα ομολογεί όλα!
Ο Έλληνας έχει πέσει κάτω από τα γέλια:
- Καλά, είστε πολύ μα*άκες και οι δύο σας. Στην Ελλάδα είναι πολύ πιο απλά τα πράγματα. Μπαίνω στο σπίτι το βράδυ, της ρίχνω μια ματιά και την κόβω κατευθείαν, είναι φως φανάρι. Δεν της λέω τίποτα, βγαίνω στο μπαλκόνι ήρεμος και βλέπω απέναντι τη γειτόνισσα, την κυρά Μαρία. Της φωνάζω:
-Γεια σου μωρή που**να Μαρία!
Αυτή γυρνάει και μου λέει:
-Εγώ που**να; Η γυναίκα σου είναι που**να που πηδ**ται με τον Κώστα, τον Μήτσο, τον Τάκη...
thumbnail
Ένας Ελληνοαμερικάνος επισκέπτεται τον αδερφό του, βοσκό στην Κρήτη. Έχει μαζί του κι ένα σκύλο ράτσας Αλάσκας. Τον βλέπει ο βοσκός και τρελαίνεται.

- Άσε μου ρε αδερφέ το σκύλο εδώ, εγώ θα τον έχω στα μη βρέχει και νη λιάξει!

-Ναι! του λέει κι ο ξενιτεμένος αλλά θέλω να ζει σαν ...άνθρωπος! Εμείς στην Αμερική είμαστε πολύ φιλόζωοι!

-Να μην στεναχωριέσαι! Στη μάντρα ή στο σπίτι θα τον έχω πάντα μαζί μου και μόνο κρέας και γάλα θα τρώει! Με τα πολλά λύγισε ο Αμερικάνος στη θέληση του αδερφού του. Περνάνε δέκα χρόνια, μοιραία πεθαίνει ο σκύλος. Τηλεφωνά ο βοσκός στον αδερφό του, και παίρνει την απάντηση.

-Α! είπαμε σαν άνθρωπος! Θα τον κηδέψεις χριστιανικά.

-Μα γίνονται αυτά τα πράγματα;

-Πες το στον παπά του χωριού να το κάνει!

Πάει ο βοσκός στον παπά του λέει ότι θέλει χριστιανική κηδεία για το σκύλο και του και του λέει ο παπάς:

- Σήφη, την τσικουδιά να την λιγοστέψεις, ήντα ναι αυτά που μου ζητάς!

- Μα ο αδερφός μου λέει...παίρνει στο κινητό και μιλά με τον αδερφό του.

- Δώσε μου τον παπά λέει εκείνος: Έλα παπα-Λάμπρο με ακούς; 2.500 δολάρια σου στέλνω για την κηδεία του σκύλου αλλά να γίνει όπως πρέπει! εντάξει;

-Εντάξει! Eντάξει!!

Κλείνει το κινητό ο παπάς και λέει του Σήφη.

-Καλά ρε κουμπάρε! γιατί δεν μου λες από την αρχή ότι ο σκύλος σου... ήταν Ορθόδοξος
thumbnail
Κάποτε ένας Πακιστανός, ένας Ιταλός κι ένας Εβραίος δούλευαν μαζί σ’ ένα εργοστάσιο.
Κάθε μέρα έβλεπαν τ’ αφεντικό τους να φεύγει απ’ τη δουλειά λίγο νωρίς.
Κάποια μέρα συνεννοήθηκαν ότι, όταν θα έφευγε τ’ αφεντικό νωρίς, θα την κοπάναγαν κι αυτοί.
Το αφεντικό φεύγει νωρίς και, χωρίς να χάσουν καιρό, την κοπανάνε κι οι τρεις εργάτες.
Ο Εβραίος πάει σπίτι του και ξαπλώνει να ξεκουραστεί, για να μπορέσει να ξεκινήσει νωρίς για τη δουλειά την άλλη μέρα. Ο Ιταλός πάει σπίτι και μαγειρεύει ένα ωραίο δείπνο. Ο Πακιστανός πάει σπίτι, κατευθύνεται στην κρεβατοκάμαρα, ανοίγει την πόρτα σιγά-σιγά και βλέπει τη γυναίκα του στο κρεβάτι με το αφεντικό. Κλείνει την πόρτα αθόρυβα και φεύγει.
Την άλλη μέρα στη δουλειά ο Ιταλός κι ο Εβραίος σχεδιάζουν να φύγουν νωρίς πάλι. Όμως ο Πακιστανός αρνείται να πάει μαζί τους. Τον ρωτάνε για ποιο λόγο δε θέλει να φύγει νωρίς απ’ τη δουλειά κι εκείνος τους λέει:
- Γιατί χτες παρά τρίχα τη γλύτωσα, να μη με πιάσει στα πράσα τ’ αφεντικό!
thumbnail
Ένας τουρίστας παρακολουθεί ένα Ινδιάνο ,που καθισμένος κοντά σε μια φωτιά έστελνε σήματα με τον καπνό στον καθαρό ουρανό. Όλα ήταν πρωτόγονα, εκτός από έναν πυροσβεστήρα τελευταίου τύπου.
- Τι τον θέλεις τον πυροσβεστήρα, ρώτησε ο τουρίστας.
- Για να σβήσω τα λάθη, απαντάει ο Ινδιάνος.
thumbnail
Ένας Τούρκος, ένας Άγγλος και ένας Γάλλος θέλουν να μείνουν σε μια πανσιόν. Δεν υπάρχει όμως δωμάτιο, παρά μόνο ένας στάβλος με μια βρωμερή αγελάδα. Μπαίνει πρώτος ο Άγγλος μέσα. Μετά από 5 δευτερόλεπτα πετάγεται φουριόζος κρατώντας τη μύτη του:
- Oh, my God! Τι βρώμα είναι αυτή!
- Άσε, θα μπω εγώ, λέει ο Γάλλος και μπαίνει μέσα.
Δεν περνούν 10 δευτερόλεπτα και βγαίνει τρέχοντας κρατώντας τη μύτη του και ξερνώντας παντού:
- Oh mon dieu! Τι βρώμα είναι αυτή!
Μπαίνει μέσα και ο Τούρκος, οπότε μετά από 1 μόλις δευτερόλεπτο πετάγεται η αγελάδα αφηνιασμένη έξω:
- Μουυυ! Μουυυυυυυυ! (Τι βρώμα είναι αυτή!)
thumbnail
Ενας Ελληνας ένας Γερμανός κι' ένας Ιάπωνας κάνουν κόντρες για το ποιός έχει τα πιο γρήγορα τραίνα στην χώρα του.
- Στην Γερμανία τα τραίνα είναι τόσο γρήγορα λέει ο Γερμανός που όταν ταξιδεύουμε στην εξοχή όλα τα δέντρα φαίνονται σαν μια πράσινη γραμμή.
- Αυτό δεν είναι τίποτα, λέει ο Ιάπωνας. Στην χώρα μου τα τραίνα τρέχουν τόσο γρήγορα που όταν ταξιδεύουμε στην εξοχή η γή φαίνεται σαν μια καφέ γραμμή.
- Να σας πω εγώ για ταχύτητα λέει τελικά και ο Ελληνας. Τις προάλλες μάλωνα με τον σταθμάρχη της Αθήνας καθώς το τραίνο ξεκινούσε κι'εκει που ήμουν έτοιμος να του ρίξω σφαλιάρα τελικά την έφαγε ο σταθμάρχης της Λαμίας!
thumbnail
Ήταν ένας Γερμανός, ένας Γάλλος κι ένας Έλληνας και μετά από ένα ατύχημα που είχαν πέθαναν και οι τρεις. Εμφανίζεται ξαφνικά μπροστά τους ο άγιος Πέτρος και τους λέει:
«Θα σας δώσω από μια ευκαιρία να δούμε αν θα πάτε στον παράδεισο ή στην κόλαση. Θα πετάξετε και οι τρεις από ένα αντικείμενο μέσα στη θάλασσα κι εγώ θα βούτηξω να το βρω. Αν το βρω θα πάτε στην κόλαση, αν όμως δεν το βρω θα πάτε στον παράδεισο.»

Συμφώνησαν και οι τρεις με την πρόταση του αγίου και άρχισαν να σκέφτονται τι να πετάξουν.
Πρώτος ήταν ο Γερμανός που πέταξε στη θάλασσα ένα κουμπί. Βουτάει ο άγιος Πέτρος και μετά από μισή ώρα βγαίνει με το κουμπί στο χέρι.
«Δυστυχώς για σένα το βρήκα κι έτσι θα πας στην κόλαση», του λέει.
Μετά ήρθέ η σειρά του Γάλλου ο οποίος αφού είδε πως ο άγιος βρήκε κάτι τόσο μικρό όσο ένα κουμπί, αποφάσισε να πετάξει μια τρίχα. Βουτάει ο άγιος, περνάει μια ώρα, περνάνε δυο ώρες και στο τέλος βγαίνει πάλι με την τρίχα στο χέρι.
«Κι εσύ δεν τα κατάφερες, άρα κι εσύ θα πας στην κόλαση», είπε και στον Γάλλο. Τέλος ήρθε η σειρά του Έλληνα ο οποίος πέταξε κάτι μέσα στη θάλασσα. Βουτάει ο άγιος, περνάνε γύρω στις πέντε ώρες και στο τέλος βγαίνει χωρίς να κρατάει τίποτε στα χεριά του.
«Δεν μπόρεσα να βρω αυτό που πέταξες και θα πας στον παράδεισο, όμως μπορείς σε παρακαλώ να μου λύσεις την απορία και να μου πεις τι ήταν αυτό;» τον ρωτάει.

Και η απάντηση του Έλληνα:
- Depon αναβράζων!!!
thumbnail
Με την επέκταση του ηλεκτρισμού στην Κρήτη , ένας Νομάρχης επισκέπτεται ένα χωριό .
Μπαίνει και στο σπίτι μίας γριάς χωριάτισσας και τη ρωτά :
- Ε , πως τα πας θεία ; Τώρα έχεις και ηλεκτρικό στο σπίτι σου .
- Ναι , παιδί μου , έχω .
- Και πόσο πληρώνεις το μήνα ;
- Εγώ , παιδί μου , δεν πληρώνω πολύ , γιατί τ' ανάβω μόνο για να βρω τα σπίρτα .
Κι απόης ανάβω το λύχνο μου.
thumbnail
Κατεβαίνει ο Κωστής απο το χωριό στη χώρα να πουσουνίσει και σκέφτεται:
Να πάω να δω ήντα κάνει η αμπλά μου. Πάει λοιπόν σπίτι της χτυπά την πόρτα και τ' ανοίγει η ανηψιά του το, Λενιώ.
- Που είναι μωρή η μανα σου; τη ρωτά.
- Στο μπακάλη είναι μπάρμπα. Κάτσε νατην περιμένεις. λεει το Λενιώ.
Κάθεται ο γέρος και περιμένει και ρωτάτονε το Λενιώ.
- Μπάρμπα να σου βάλω μέλι να φας;
Λέει ο γέρος.
-Βάλε μωρέ παιδί μου.
Πέρνει το Λενιώ ενα πήλινο σκουτέλι βαθύ-βαθύ και το γεμίζει μέλι και το δίνει του μπάρμπα τση. Πέρνει ο γερος το σκουτέλι με το μέλι και ενα κουτάλι και αρχίζει να κουταλίζει το μελι και κανει το σκουτέλι λαμπίκος.Θωρείτονε το Λενιώ και λέει του.
- Μπάρμπα να σου βάλω κιάλλο; Λέει ο γέρος.
- Οϊ μωρέ παιδί μου γιατί μπορεί να σας χρειάζετε. Λέει του το Λενιώ.
- Οϊ μπάρμπα δε το θέλωμε μπλιό γιατι έπεσε μέσα ένας ποντικός και τοχομε για πέταμα.
- Ηντα λέεις μωρέ διάλε τη γεράντιση σου και εμαγάρισες με. και πιανει το σκουτέλι να το χαμπετώσει στη κεφαλή τση Λενιώς.
- Μη, μη μπάρμπα το σκουτέλι, μη το σπάσεις γιατί τόχει η μάνα μου και κατουρεί εκειά καθε βραδυ!!!

αμπλά = αδελφή, σκουτέλι = πιάτο, λαμπίκος = ολοκάθαρο
μπλιό = αλλο, διάλε τη γεράντισή σου=Κρητική βρισια
εμαγάρισες με = με λέρωσες, χαμπετώσει = να το χτυπησει
εκεια = εκει

thumbnail
Ένα ζευγάρι Άγγλων αριστοκρατών, κάνει διακοπές στην Αυστραλία. Μένουν σε κυριλέ ξενοδοχείο και χρησιμοποιούν λιμουζίνα για τις βόλτες τους. Οδηγώντας στην εξοχή, ο κύριος ακούει τη γυναίκα του να λέει σοκαρισμένη:
-Αγάπη μου, τι κάνει αυτός ο τύπος στο καγκουρό;
-Oh dear, μην κοιτάς, είναι αηδιαστικό!
Πιο κάτω τα ίδια.
-Κοίτα, κοίτα και ένας άλλος κάνει τα ίδια σε ένα φτωχό καγκουρό!
-Ω, δεν αντέχω άλλο! Μόλις γυρίσουμε χρυσή μου, θα παραπονεθώ δεόντως!
Φτάνουν στο ξενοδοχείο και ανεβαίνοντας τις σκάλες, βλέπουν έναν τύπο με ξύλινο πόδι, να «παίζει» με τον εαυτό του! Μπαίνουν μέσα σε έξαλλη κατάσταση και αρπάζουν τον ρεσεψιονίστα απ' τον γιακά!
-Τι αίσχος είναι αυτό! Υποτίθεται πως ήρθαμε σε μια πολιτισμένη χώρα και πως μένουμε σε ξενοδοχείο 5 αστέρων! Και τι βρίσκουμε; Κάτι τύπους να πηδάνε
καγκουρό στο δρόμο κι έναν τύπο με ένα πόδι, ένα ξύλινο πόδι να αυνανίζεται στις σκάλες του ξενοδοχείου σας. Τι έχετε να πείτε γι αυτό;;;
-Τι να πω; Περιμένατε, κουτσός άνθρωπος, να πιάσει καγκουρό;;;
thumbnail
Πάει ένας γύφτος στον οδοντίατρο.
Κάθεται στην καρέκλα, ανοίγει το στόμα, και ο οδοντίατρος βλέπει ότι όλο το στόμα είναι γεμάτο χρυσά δόντια.
- Τι σας πονάει; Τι θέλετε να κάνουμε; λέει ο γιατρός.
- Δεν με πονάει τίποτε! Εγώ έναν συναγερμό ήρθα να μου βάλετε!
thumbnail
Στην Κρήτη παλιά, όταν είχαμε γάμο, γινόταν «στρώσιμο του κρεβατιού» και μετά την ερωτική πράξη, απλώνανε τα σεντόνια, για να δείξουνε ότι η νύφη ήταν παρθένα. Το έθιμο ήθελε να επαναλάβει και ο Μανωλιός. Ωστόσο δεν βρίσκει τη νύφη ντάξει και μένει εμβρόντητος. Μπρος σ’ αυτό η νύφη του επεξηγεί τσακπίνικα:
- Ησύχασε Μανωλιό μου, μα ούλες οι γυναίκες έτσα ν’είμαστε. Απλώς μετά την πράξη πιάνει ο γαμπρός το κόκκινο μπογιά και βάφει τα σεντόνια. Ίντα θαρρείς;
Ο Μανωλιός ικανοποιείται από την απάντηση και μετά από επανωτές ερωτικές πράξεις κατεβαίνει στην αποθήκη και παίρνει τον μπογιά, για να κάνει αυτό που του είχε πει η νύφη. Όμως αντί να πάρει τον κόκκινο, παίρνει τον πράσινο και αφού βάφει τα σεντόνια, τα απλώνει από μόνος του, παίρνει μια καρέκλα και κάθεται πιο δίπλα, ανάβει τσιγάρο και περιμένει να περάσουν οι συγχωριανοί του να του πουν τα συχαρίκια. Πρώτος περνά ο Μιχαλιός και αφού βλέπει τα σεντόνια πρασινισμένα του απαντά με θαυμασμό:
- Ρε Μανωλιό, είπαμε δα να προχωρήσεις, μα όχι και να φτάσεις και μέχρι τη χολή!
thumbnail
Δυο φίλοι ταξιτζήδες, ο ένας Αθηναίος και ο άλλος Λαρισαίος, συζητούσαν τι κόλπα κάνουν στην πόλη τους.
Κάποια στιγμή πηγαίνει στη Λάρισα ο Αθηναίος και όπως συζητούσαν λέει ο Αθηναίος στον άλλον: Τα δικά μας ταξί στην Αθήνα πετάνε.
Πέρασε κάποιος καιρός και έφτασε η στιγμή που πήγε ο Λαρισαίος στην Αθήνα στο σταθμό Λαρίσης. Παίρνει από εκεί ένα ταξί.
- Που πάμε;, ρωτά ο ταξιτζής.
- Συγγρού, απαντά ο ο Λαρισαίος .
- Σε ποιό ύψος;, ρωτά ο Αθηναίος ταξιτζής.
- Άσε της βλακίες και πέτα χαμηλά, ανταπαντά ο Λαρισαίος!
thumbnail
Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων Ελληνοαμερικανών που έκαναν τις διακοπές τους στην Ελλάδα, περπατούσε μια μέρα σ ένα πάρκο στο κέντρο της Αθήνας, όταν τους σταμάτησε ένας αστυνομικός:
- Δε διαβάζετε τι λέει η πινακίδα; τους λέει βλοσυρά.
- Εμείς όχι διαβάζει καλά Ελληνικός! απάντησαν με σπασμένα ελληνικά οι τουρίστες...
- Κι όμως εδώ γράφει 'Απαγορεύεται να πατάτε τη χλόη. Πρόστιμο για τους παραβάτες 1000 δραχμές'.
Έκπληκτοι οι Ελληνοαμερικανοί λένε στον αστυνομικό:
- Χίλιες δραχμές; Τίποτα είναι... Εμείς στο Αμέρικα άμα πατήσω γρασίδι δίνω 50 ντόλαρς..
Και ο αστυνομικός:
- Μα κι εμείς αρχικά το είχαμε 20,000 δραχμές, κανένας όμως δε πατούσε κι έτσι αναγκαστήκαμε να το ρίξουμε στις χίλιες.

Τελευταίες Δημοσιεύσεις
enosis-music.eu
Τελευταίες Δημοσιεύσεις
enosis-music.eu