Roadhouse.gr
Roadhouse.gr
Αστεία και ανέκδοτα
Κάντε μας Like!
Ποντιακά
Ποντιακά Ανέκδοτα
thumbnail
Ένας Πόντιος ψαράς πλησιάζει μια προκυμαία και στήνει ομπρελίτσα φτιάχνει το καλάμι του και ακούγεται μια φωνή εξ ουρανού :
- ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΨΑΡΙΑ ΕΔΩ!!!
Δείχνει να φοβάται λίγο, μετά φεύγει και πάει μια πενηνταριά μέτρα παραπέρα. Η ίδια απόκοσμη φωνή :
- ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΨΑΡΙΑ ΕΔΩ!!!
Αυτή τη φορά μαζεύει τα συμπράγκαλα και το βάζει στα πόδια. καθώς φεύγει πέφτει πάνω σε κάποιον που του λέει :
- Όπα ρε φίλε! Ηρέμησε! Τι έπαθες;
- Ακούω τη φωνή του Θεού! Είμαι ψαράς και σαν τους Αποστόλους ο Θεός μου μιλάει!
- Τι λες ρε φίλε; Εγώ σου φωνάζω τόση ώρα από τα μεγάφωνα! Είμαι ο επιστάτης του Κολυμβητηρίου...!!!
thumbnail
Ο Γιωρίκας πάει στο σουβλατζίδικο του Κωστίκα και λέει:
- Θέλω δυο πίτες γύρο, χωρίς ντομάτα.
- Δεν έχω ντομάτα.
- Εεεε, τότε χωρίς κρεμμύδι!
thumbnail
- Γιατί περιμένουν στην ουρά 17 πόντιοι έξω από μια αίθουσα μπιλιάρδων;
- Γιατί η πινακίδα γράφει: Απαγορεύεται η είσοδος κάτω των 18.

thumbnail
Ο Κωστίκας είναι στον αέρα με το F-16 και ξαφνικά έχει κάποιο πρόβλημα. Στέλνει σήμα στον πύργο ελέγχου.
- Εδώ Κωστίκας από F-16 έχω πρόβλημα με το πηδάλιο και θα εκτοξευθώ με το κάθισμα.
Από πύργο έλεγχου: Δώσε μας το ύψος και την θέση σου.
Κωστίκας: Είμαι 1.85 και βρίσκομαι στο μπροστινό κάθισμα.
thumbnail
- Γιατί απολύθηκε ο Γιωρίκας από το ζαχαροπλαστείο;
- Γιατί ξεσκόνιζε τους κουραμπιέδες, χτένιζε τα κανταΐφια, καθόταν στα καναπεδάκια και έδινε μπαμπάδες στα ορφανά.
thumbnail
Ο Γιωρίκας μόλις πήρε το εφάπαξ του, περίπου 10 εκατομμύρια και δεν ξέρει τι να τα κάνει. Μετά από κάμποση σκέψη αποφασίζει να αγοράσει ένα χωράφι στο Κιλκίς. Μετά από μερικές μέρες και ενώ έπαιζε τάβλι στο καφενείο με τον Κωστίκα λέει:
- Κωστίκα, έκανα μεγάλη βλακεία. Τι το θέλω το κτήμα στο Κιλκίς; Τζάμπα πάει το εφάπαξ.
- Πάψε ρε Γιωρίκα, λέει ο Κωστίκας. Ένα κτήμα δεν χάνει ποτέ την αξία του. Aλλωστε μπορείς να το εκμεταλλευτείς. Βάλε πατάτες, βάλε μαρούλια, βάλε λάχανα, βάλε κότες και κάνε μία φάρμα τέλος πάντων.
Ακούει την συμβουλή ο Γιωρίκας, πάει στον χοντρέμπορο και του λέει:
- Δως μου 500 κοτόπουλα να τα πάω στο Κιλκίς.
Τα αγοράζει και φεύγει. Μετά από 10 μέρες πάει ξανά στο έμπορο.
- Δως μου άλλα 500 κοτόπουλα.
Μετά από 10 μέρες πάει ξανά στον έμπορο.
- Δως μου άλλα 500 κοτόπουλα.
Παραξενεμένος ο έμπορος τον ρωτάει :
- Δεν μου λες, ρε Γιωρίκα, τι κάνεις εκεί στο Κιλκίς; Μήπως καμία πτηνοτροφική μονάδα ; 1500 κοτόπουλα βρε αδελφέ σε 30 μέρες;
- Τι να σου πως βρε παιδί μου, λέει ο Γιωρίκας. Για βαθιά τα φυτεύω, για πολύ νερό τους ρίχνω...
thumbnail
Είναι ένας Πόντιος και πάει και βλέπει μία ταινία για 10η φορά. Σε μία σκηνή που ο ήρωας πέρναγε από μία ριψοκίνδυνη αποστολή τον ρωτάει ο διπλανός του:
- Θα αντέξει;
Και αυτός απαντάει:
- Ναι.
- Το έχεις ξαναδεί;
- Ναι!
Μετά από λίγο ο ήρωας πεθαίνει, και ο διπλανός τον ξαναρωτάει:
- Μα καλά δεν μου είχες πει ότι θα τα κατάφερνε; Είπες ότι είχες ξαναδεί την ταινία!
- Ε, νόμιζα ότι θα είχε πια μάθει από τα λάθη που έκανε τις άλλες φορές...
thumbnail
- Γιατί οι Πόντιοι βάζουν την μία πλευρά του αυτοκινήτου κόκκινη και την άλλη μαύρη;
- Ώστε αν γίνει κάποιο ατύχημα, οι μισοί μάρτυρες να λένε κόκκινο αυτοκίνητο, και οι άλλοι μισοί μαύρο, και ετσι να αθωωθούν λόγω αμφιβολιών.
thumbnail
Ήταν τρεις συνάδελφοι και φίλοι
Ο ένας ήταν Έλληνας, ο άλλος ήταν Γερμανός και ο άλλος ήταν Πόντιος.
Ο Έλληνας έφερνε κάθε μέρα για μεσημεριανό μακαρόνια, ο Γερμανός λουκάνικα και ο Πόντιος σάντουιτς.
Λέει μια μέρα ο Έλληνας:
- Αν αύριο έχω πάλι μακαρόνια για μεσημεριανό, θα αυτοκτονήσω!
- Αν αύριο έχω πάλι λουκάνικα, θα αυτοκτονήσω, λέει ο Γερμανός.
- Αν αύριο έχω πάλι σάντουιτς, θα αυτοκτονήσω, λέει και ο Πόντιος.
Την άλλη μέρα βλέπει ο Έλληνας μακαρόνια, γράφει ένα σημείωμα και πέφτει από την ταράτσα.
Βλέπει ο Γερμανός λουκάνικα, γράφει ένα σημείωμα και πέφτει από την ταράτσα.
Βλέπει ο Πόντιος σάντουιτς, γράφει ένα σημείωμα και πέφτει από την ταράτσα.
Την επόμενη κλαίγαν οι τρεις χήρες πάνω από τους τάφους.
Η Ελληνίδα και η Γερμανίδα χτυπιόντουσαν και λέγανε:
- Αχ, άντρα μου, και δεν μου έλεγες να σου φτιάξω κάτι άλλο;
Έκλαιγε και η Πόντια και έλεγε:
- Αφού μόνος σου τα έφτιαχνες τα σάντουιτς, δεν μπορούσες να κάνεις κάτι άλλο;
thumbnail
Σ' ένα φανάρι σταματάει ένα πολύ παλιό και άπλυτο Φιατάκι με τον Γιωρίκα. Ακριβώς δίπλα του σταματάει μία 500άρα Mερσεντές με ένα θεοκόμματο.
Γυρνάει ο Γιωρίκας, κοιτάζει τη γκόμενα και με πλατύ χαμόγελο ανοίγει λίγο το παράθυρό του.
Πατάει και η γκόμενα το κουμπάκι και το ηλεκτρικό τζάμι κατεβαίνει λίγο.
Ξανά ο Γιωρίκας χαμογελώντας, κατεβάζει ακόμη λίγο το τζάμι, ξανά και η γκόμενα κάνει το ίδιο.
Ο Γιωρίκας ανοίγει πλέον εντελώς το τζάμι, το ίδιο και η γκόμενα.
Γυρίζει η γκόμενα και γλυκοκοιτάζει τον Γιωρίκα.
Αυτός χαμογελάει και την ρωτάει:
- Και εσύ έκλασες...;
thumbnail
Ο Γιωρίκας, για να ευχαριστήσει τη γυναίκα του αποφάσισε να ετοιμάσει αυτός το δείπνο.
Αγοράζει λοιπόν ένα κοτόπουλο, το ξεπουπουλιάζει και το βάζει στο φούρνο. Περιμένει, περιμένει...
Ανοίγει λοιπόν σε κάποια φάση το φούρνο να ελέγξει το κοτόπουλο.
Ανασηκώνεται τότε το κοτόπουλο και του λέει:
- Κύριος, ή ανάβεις το φούρνο ή μου δίνεις τα φτερά μου να φύγω!
thumbnail
Ο Γιωρίκας μπουκάρει στην κρεβατοκάμαρα και βρίσκει την γυναίκα και έναν άγνωστο τύπο ημίγυμνους πάνω στο κρεβάτι. Βουτάει τον τύπο από τον σβέρκο και τον ταρακουνάει άγρια ζητώντας εξηγήσεις.
- Να σας εξηγήσω κύριε, του λέει αυτός τρέμοντας. Στο από πάνω διαμέρισμα κάναμε ένα πάρτι. Κάποια στιγμή παίζαμε στριπ πόκερ και έμεινα με το σώβρακο. Αλλά όταν ρεφάρισα και κέρδισα ξανά το παντελόνι μου, κάποιος για πλάκα το πέταξε από το μπαλκόνι κάτω και προσγειώθηκε στο μπαλκόνι σας. Κατέβηκα και εγώ κάτω και είπα της γυναίκας σας να μου το δώσει. Και την ώρα που το έπαιρνα, μπήκατε εσείς! Έτσι έγινε, αλήθεια σας λέω.
- Έτσι έγινε μωρή; ρωτάει αγριεμένος ο Γιωρίκας την γυναίκα του.
- Έτσι έγινε Γιωρίκα μου, του λέει αυτή. Δεν τον ξέρω τον κύριο!
- Τέλος πάντων. Σε πιστεύω. Αλλά σήκω φύγε τώρα μην σε πλακώσω στις σφαλιάρες.
Ο τύπος έφυγε σφαίρα από το σπίτι, ήρθε το βράδυ και έπεσε το αντρόγυνο να κοιμηθεί. Αλλά κατά τις τρείς το πρωί, σηκώνεται ο Γιωρίκας επάνω κι άρχισε να χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο φωνάζοντας: 'Όχι ρε γαμ***! Τώρα το θυμήθηκα!'.
- Τι έγινε Γιωρίκα μου; ρωτάει παραξενεμένη η γυναίκα του.
- Τώρα το θυμήθηκα ρε γαμώτο! Μένουμε σε μονοκατοικία!
thumbnail
Ήταν ένα Γερμανός, ένας Ιταλός και ένας Πόντιος και έκαναν αγώνες τοξοβολίας. Βάζουν σε κάποια απόσταση έναν άνθρωπο με ένα μήλο στο κεφάλι.

Πάει πρώτα ο Γερμανός από κάποια απόσταση, σημαδεύει και πετυχαίνει το μήλο. Ανεβαίνει στο βάθρο και λέει:
- Αι αμ Ρομπιν Χουντ!!
Πάει ο Ιταλός από πιο μακριά σημαδεύει και πετυχαίνει το μήλο. Ανεβαίνει και αυτός στο βάθρο και λέει:
- Αι αμ Γουλιέλμος Τέλος!!
Πάει και ο Πόντιος από πιο μακριά σημαδεύει και πετυχαίνει τον άνθρωπο. Ανεβαίνει και αυτός στο βάθρο και λέει:
- Αι αμ....σορι!!
thumbnail
Δυο Πόντιοι μένουν σε ενα ξενοδοχείο στο Λονδίνο. Εκει που παν να βάλουν τα ρούχα στην ντουλάπα, βλέπουν ενα ποντίκι.
' Ρε μήπως ξέρεις πως λενε το ποντίκι στα αγγλικά για να πάρουμε τηλέφωνο στην reception να τους πούμε οτι βρήκαμε ενα ποντίκι ;'
'όχι' λέει ο άλλος.
' καλα εντάξει θα δοκιμάσω εγω τότε'

Πόντιος: Yes,my friend, reception?
Reception: Yes, Tell me
Πόντιος: do you Know Tom and Jerry?
Reception: Yes, of course
Πόντιος: ok, Jerry is here!
thumbnail
- Γιατί το μάτι σου είναι μονίμως μαυρισμένο;
- Να, πίνω πολλούς νεσκαφέ την μέρα!!!
- Τι λές ρε; Και ο καφές σου δημιούργησε αυτό το πρόβλημα;
- Ναι, γιατί κάθε φορά που πίνω, ξεχνώ να βγάλω το κουταλάκι!
thumbnail
Ήτανε μια φορά ένας μαύρος που είχε χαθεί στην Αφρική. Ήξερε που να βρει όχημα και να φύγει αλλά δεν είχε διαβατήριο. Κάποια στιγμή βρίσκει ένα που λέει Λεονάρντο Ντι Κάπριο. Χαρούμενος πάει και βρίσκει ένα λεοφωρείο για να πάει Ελλάδα. Οδηγοί ήταν ο Γιωρίκας κι ο Κωστίκας.
Λέει ο Γιωρίκας στο μαύρο:
-Διαβατήριο παρακαλώ.
Ο μαύρος δίνει αυτο που είχε βρει.
Ο Γιωρίκας διαβάζει: 'Λεονάρντο Ντι Κάπριο'.
Κοιτά το διαβατήριο, κοιτά το μαύρο. Κοιτά ξανά το διαβατήριο, ξανά το μαύρο. Γυρίζει στον Κωστίκα και ρωτάει:
-Ρε συ, ο Τιτανικός βυθίστηκε ή κάηκε;
thumbnail
Σε εποχές που τα οικονομικά ήταν στριμωγμένα και επικρατούσε η ανεργία ο Γιωρίκας και ο Κωστίκας ήταν άνεργοι. Έτσι αποφάσισαν να πάνε στη Ρωσία. Όμως υπήρχε ένα πρόβλημα.
Κωστίκας: 'Αφού δε ξέρουμε ρώσικα πως θα πάμε στη Ρωσία ρε Γιωρίκα;
Γιωρίκας: 'Εγώ τα μαθαίνω γρήγορα τα ρώσικα μη στεναχωριέσαι.'
Έτσι πήγαν στη Ρωσία. Εκεί με τα χίλια ζόρια τελικά βρήκαν δουλειά. Πέρασε η μέρα και λογικό ήταν να πεινάσουν. Έτσι πήγαν σε ένα εστιατόριο. Όμως δεν ξέρανε τη γλώσσα.
Κωστίκας: 'Αφού δε ξέρουμε ρώσικα πως θα παραγγείλουμε;'
Γιωρίκας: 'Εγώ τα έμαθα τα ρώσικα μη φοβάσαι.'
Έρχεται λοιπόν ο σερβιτόρος και λέει ο Γιωρίκας:
- 'θέλω ένα πατατόφ, ένα μπιφτεκόφ, ένα μπριζολόφ και ένα σουβλακόφ.'
Τα γράφει λοιπόν ο σερβιτόρος. Περνάει λίγη ώρα και τα φέρνει λέει λοιπόν ο Κωστίκας:
- 'Μπράβο ρε Γιωρίκα όντως τα έμαθες τα ρώσικα.'
Και τότε γυρνάει ο σερβιτόρος και λέει:
- 'Αν δεν ήμουνα ελληνόφ θα τρώγατε σκατατόφ!

Τελευταίες Δημοσιεύσεις
enosis-music.eu
Τελευταίες Δημοσιεύσεις
enosis-music.eu