Roadhouse.gr
Roadhouse.gr
Αστεία και ανέκδοτα
Κάντε μας Like!
Αστεία Ποιήματα
Ποιηματάκια και στιχάκια, Αστεία ποιήματα, χιούμορ, Παρωδίες τραγουδιών με πολύ τρέλα!
thumbnail
  • Στο παντρεμένο μετά τη βέρα, πλακώνει φιλοξέρα
     
  • Ο φτυσμένος κι αν γυρίσει ο τροχός, πάλι δεν θα φάει αυτός
     
  • Ο χορτασμένος την πέρασε ζωή και κότα, μετά αγάπησε την πανακότα
thumbnail
One day στην λιακάδα
sitting on the πρασινάδα
where the flowers ανθούσαν
αnd the horses χλιμιντρούσαν
say ο Μήτρος to Κρουστάλλω
-Do you μ' απατάς με άλλο;
κι η Κρουστάλλω σαν το hear
τηνε πιάνει μέγας fear
because τόπε η Μαγδάλω
ότι did it μ' έναν Γάλλο.
αnd the girl πονηρεμένη
lay down σαν πεθαμένη
-Μήτρο μ' if you don't believe me
με το καριοφύλι kill me.
and the Μήτρος που ήταν θύμα
την επίστεψε the βλήμα.

thumbnail
Του είπανε πως είναι ωραίος
και κατακτητής σπουδαίος
που όλο τον κόσμο κυριεύει,
για δες τον βλάκα, το πιστεύει!!!
thumbnail
1.ΙΛΙΑΔΑ
Πάνω στης Τροίας τα βουνά που 'ναι σαν κωλομέρια
καθότανε ο Ομηρος με την ψωλή στα χέρια
Καθώς μαλακιζότανε και σκόρπιζε το χύσι
θεία του ήρθε έμπνευση το έπος του ν' αρχίσει.
- Μεγάλε Αγαμέμνονα, μας κλέψαν το Λενάκι
και τώρα άλλoς χαίρεται το τρυφερό μουνάκι.
- Σώπα και συ Μενέλαε, τον πούστη θα τον βρούμε
και θα του μάθουμε καλά πως τέτοιους τους γαμούμε.
Εφυγε η ξέκωλη αυτή και πήγε με τον Πάρη
λες και δεν έχουμε και μεις αρχίδια και παπάρι.
Μα εμπρός στην Τροία ας στείλουμε χήνες, παπιά και κότες
μουνόπανα, κωλόπανα κι ένα κουτή καπότες.
Μήπως κι έτσι μας στείλουνε την πόρνη την Ελένη
αλλιώς σε βλέπω μια ζωή με πούτσα καυλωμένη.
Πρωί π' αρχίζουν να γαμούν τις κότες τα κοκόρια
απ' την Αυλίδα φύγανε σαρανταδυό βαπόρια
Ο ψωλαράς Μενέλαος κι ο Μέγας Αχιλλέας
ο Οδυσσεύς κι ο Πάτροκλος, ο πούστης της παρέας.
Μπροστά στα τείχη στάθηκαν τσαμπουκαλήδες όλοι
και μάταια προσπαθούσανε να πάρουνε την πόλη.
Στα γύρω τα περίχωρα μουνί δεν είχε μείνει
κι όλος ο κόσμος γενικά μπουρδέλο είχε γίνει.
Κι αγάμητο πετύχανε μουνί να μην αφήσουν
την πόλη δεν κατάφεραν όμως να την πατήσουν.
Μια μέρα που ο Πάτροκλος έπαιρνε το λουτρό και
ο Αχιλλέας μπάνιζε από παράθυρό του,
πανσέληνος του φάνηκε του Πάτροκλου ο κώλος
και ευθείς του ανυψώθηκε δύο πιθαμές ο ψώλος.
Μπρος απ' το κάστρο το ψηλό, με τα μεγάλα τείχη
κάθοντ' οι Ελληνες βουβοί και βλαστημούν την τύχη.
Ως κι ο πανούργος Οδυσσεύς έχει κι αυτός σαστίσει
και τους Θεούς παρακαλά να δώσουν κάποια λύση.
'Αχ Οδυσσέα' έλεγε 'είσαι μεγάλος βλάκας
ποιος του 'πε του Μενέλαου να γεννηθεί μαλάκας;
Τον Πάρη άφησε να'ρθεί να τόνε κερατώσει
και στης Ελένης το μουνί τον πούτσο του να χώσει.
Και 'γω τι φταίω για ολ' αυτά, να χάσω την καλή μου,
και δέκα χρόνια να τραβώ στην Τροία το πουλί μου;'
Αυτά και άλλα έλεγε κει που 'ταν ξαπλωμένος
και χάϊδευε τον πούτσο που 'τανε σηκωμένος.
Τα μαλλιαρά τ' αρχίδια του κρεμόντουσαν με χάρη
και τότε να 'σου η Αθηνά μ' ασπίδα και κοντάρι.
- Ω πολυμήχανε Οδυσσεύ απ' τ' ουρανού τα ύψη
στο πατρικό το σπίτι σου σε κοίταζα με θλίψη.
Της Πηνελόπης το μουνί το γάμαγες με λύσσα
κι αόρατη ερχόμουνα και σου 'γλυφα τα χύσια.
Γι' αυτό σου δίνω μυστικό την Τροία να πατήσεις
μα πρέπει σαν αντάλλαγμα κι εσύ να με γαμήσεις.
Ο Οδυσσέας σκέφτηκε μονάχα ώρα λίγη
και είδε πως αδύνατο ήταν να τ' αποφύγει.
Της βάζει μια τρικλοποδιά και την πετά στο χώμα
από την καύλα την πολλή θα την γαμά ακόμα.
Η Αθηνά εσπάραζε σαν κότα σουβλισμένη
μα όλο και τον έσπρωχνε γοργά να μπαινοβγαίνει.
Πάνω στην καύλα ο Οδυσσεύς σκέφτεται τη δουλειά
κι ευθύς πάνω σηκώνεται και λέει στην Αθηνά:
- Μωρή πουτάνα στο 'κανα και τούτο το χατίρι
το μυστικό σου γρήγορα και πήγαινε σιχτίρι!
Κι αυτή πάνω στην καύλα της, στο ερωτικό μεθύσι
το μυστικό του έδωσε την Τροία να πατήσει...
Και φτιάξαν άλογο καλό, ύψος τριάντα μέτρα
γεμάτο από σίδερο, γεμάτο κι από πέτρα.
Μες στου αλόγου την κοιλιά κρυφτήκανε μ' ελπίδα
και κόβανε την κίνηση απ' την κωλοτρυπίδα.
Αλλά επειδή δεν χώραγαν σ' εν' άλογο όλο κι όλο
ο ένας είχε την ψωλή στου αλλουνού τον κώλο.
Οι Τρώες που στο βάθος τους μαλάκες ήταν όλοι
παίζανε με τ' αρχίδια τους στα τείχη και στην πόλη.
'Ο πόλεμος τελείωσε!', σκέφτονται τα χαμούρια
κι αμέσως τότε ρίχνονται στο πήδημα με φούρια.
Πήραν τα στρωματά φωτιά απ' το πολύ γαμήσι
τόσο που δεν προλάβαινε το χύσι να τη σβήσει.
Και τότε μες απ' τη νυχτιά και τ' αραχνό σκοτάδι
βγαίνουν απ' τ' άλογο Αχαιοί σα να' ταν απ' τον Αδη.
Μέσα στη πόλη χύνονται σαν Κέρβεροι βαρβάτοι
κι όποια γυναίκα η άνδρα βρουν τον ρίχνουν στο κρεββάτι.
Ο Πάρης τότε φώναζε μες στο μεγάλο σάλο:
'Αφού την γλίτωσα μικρό ας γαμηθώ μεγάλο!'
Μάταια φώναζε ο Οδυσσεύς να τους σκοτώσουν όλους
οι Αχαιοί ακράτητοι τους ξέσκιζαν τους κώλους.
Κι ο Οδυσσεύς κατάλαβε πως για να πέσει η Τροία
πρώτα να πέσουν έπρεπε και τα δικά του τρία!

2.ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Την Πηνελόπη ήθελε καθένας τους για ταίρι
για να της γλείφει τα βυζιά και να της βάζει χέρι.
Αυτή όμως δεν πείθεται πως έχει πια χηρέψει
και μ' όλο που στον ύπνο της συχνά παθαίνει ρεύση,
κρατά την τρύπα της κλειστή για τα καυλιά τα ξένα,
καυλιά π' αν τα' βάζε μαζί για να τα κάνει ένα,
κι αυτό το ένα το καυλί στην τρύπα της να χώσει,
πάλι δε θα της έφτανε για να την ξεκαβλώσει.
Παρ' όλη όμως την καύλα της - κι είναι προς επαινόν της -
καμιά ψωλή δεν άγγιξε ποτέ τον πισινόν της.
Ορκο τους βάζει φοβερό πως την καρδιά θα δώσει
σ' όποιον μπορέσει με κλειστά μάτια να της τον χώσει.
Ητανε δύσκολο πολύ σε τούτη τη φατρία
(της το' χε μάθει ο Οδυσσεύς πριν φύγει για την Τροία).
Την Πηνελόπη έγδυνε, ασφάλιζε τα μάτια,
έπαιρνε φόρα, όρμαγε σαν τα βαρβάτα άτια
κι έτσι τρέχοντας πήγαινε στην τρύπα συστημένα
παρ' όλο που τα μάτια του ήτανε σφαλισμένα.
Και με το κόλπο τώρ' αυτό τους έχει πια στο χέρι
και όρκο παίρνει πως κανείς δε θα τα καταφέρει.
Ηρθε η ώρα η κρίσιμη, πλησίαζε η ώρα
που βασιλιά θα απέκταγε του Οδυσσέα η χώρα.
Σε χαμηλό ανάκλιντρο στα κόκκινα στρωμένο
η Πηνελόπη στάθηκε με κώλο τουρλωμένο.
Λίγο πιο πέρα οι γαμπροί στέκονται στη γωνία
και τη σειρά του ο καθείς προσμένει μ' αγωνία.
Πρώτος ειν' ο Ψωλάριχος, τα μάτια του 'χουν δέσει
μα το πανί είναι μακρύ και κρέμεται σαν φέσι.
Κινά σε λίγο βιαστικός για την κωλοτρυπίδα
περνάει δίπλα της ξυστά και χάνει καθ' ελπίδα.
-δεύτερος ο Μουνίχιος - κρατάει απ' την Τροιζήνα -
μα παίρνει λάθος διεύθυνση και μπαίνει στην κουζίνα.
Κι ο κώλος πάντα ανέγγιχτος τουρλώνεται με νάζι
και την ψωλή του τυχερού στα βάθη του φωνάζει.
Τρίτος είν' ο Αρχίδημος με τα μεγάλ' αρχίδια
αλλά σκοντάφτει στα μισά και πέφτει στα τσακίδια.
Τέταρτος, πέμπτος, έβδομος, κανείς δεν έχει τύχη
και την πληρώνουν πάντοτε οι πόρτες και οι τοίχοι.
Και ξάφνου κάποιος πρόβαλε - κανένας δεν τον ξέρει
κι ούτε να είναι φαίνεται απ' τα δικά τους μέρη.
Στον κώλο ρίχνει μια ματιά π' ασπρίζει εκεί στο βάθος,
γυρνάει και λέει στους γαμπρούς όλο καημό και πάθος:
- Είμαι κι εγώ ένας άρχοντας, έχω γαλάζιο αίμα,
να μαραθεί ο πούτσος μου άμα σας λέω ψέμα!
Τον κώλο αυτόν τον αναιδή θα 'θελα να δαμάσω
παρακαλώ αφήστε με κι εγώ να δοκιμάσω.
Τον άφησαν, του δέσανε τα μάτια και τον γδύσαν,
κι ο πούτσος του σαν φάνηκε τον είδαν κι απορήσαν.
Μ' αυτός κινάει αγέρωχος με γρήγορο το βήμα
κι ο πούτσος στη κωλάρα της σφηνώνεται σα βλήμα.
Ακούστηκε ένα τρίξιμο, σαν πόρτα όταν κλείνει
είχε ξεχάσει η δύστυχη να βάλει βαζελίνη.
Ολ' οι μνηστήρες τα 'χασαν, τους ζώσανε τα φίδια.
Εξ' απ' τον κώλο μοναχά κρεμόντουσαν τ' αρχίδια.
Της Πηνελόπης η φωνή τους βγάζει από την πλάνη
(τον έχει ακόμα μέσα της κι από τις πάντες κλάνει).
- Ειν' ο Οδυσσέας κι αν μπορεί κανείς ας με διαψεύσει
λάθος δεν κάνω εγώ ποτέ, τον γνώρισα απ' τη γεύση.
Τότε - τι θαύμα φοβερό - εκείν' οι ψωλαράδες
κατάχαμα ξαπλώσανε σαν να 'τανε κυράδες.
Ανοίγουνε τα πόδια τους, τουρλώνουνε τον κώλο
και περιμένουν να δεχτούν τον τρομερό τον ψώλο.
Μ' αυτός δηλώνει άσπλαχνα πως είναι κουρασμένος
πως είν' τ' αρχίδια του κενά και ο πούτσος του πεσμένος.
Εδωσε όμως το λόγο του στους τουρλωμένους κώλους
πως κάποια μέρα και αυτούς θα τους γαμούσε όλους.

Κι έχυσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα...
thumbnail
«Πιστεύω εις έναν φραπέ,
αφρώδη, παγοκράτορα,
ρουφηχτόν εκ καλάμου σπαστής,
εις στομάχους πάντων ερριμένον.

Και εις ένα αφρόγαλα, λευκόν, πηχτόν,
του καφέ συνοδό, και λιπογενές
το δια τον καφέ ποιηθέντα προ πάντων καπουτσίνο.
Milk εκ βοδώς,
αφρόν αληθινόν, εκ μιξερός ηλεκτρικού
χτυπηθέντα, ού γεννηθέντα,
ομοχρήσιμου του φραπέ
δι ου το μάτι ορθάνοιξε.

Τον δι’ ημάς τους ανθρώπους
και δια την ημετέραν εργασίαν
φυτροθέντα εν καφεοδένδρων
και μαζευθέντα εξ άρρενος εργάτου
και αγοράσθη εξ εταιρείας
και εσυσκευάσθηκε.

Αγορασθέντα τε υπό ημών
εντός μικρής σακουλίτσας
ή κουτιού ή βαζακίου

Και ετοιμάσθη τας πρώτας ώρας
κατά τας πρωινάς.

Και εισέπεσε εντός ποτηριού
και ζαχαρώθηκε εκ κουταλιάς του γλυκού.

Και πάλιν άφρισε μετά δόξης
τσίτα κάνων κοιμητούς
ώστε χουζουρίου έλθη το τέλος.

Και εις το ρεύμα το πάγιον,
το χρήσιμον, το μιξεροκινόν,
το εκ της ΔΕΗς επαραγόμενον
το συν ψυγείου και θηκών συνεργαζώμενο,
ωστε παρασκευαζώμενο,
παγακίων και υδάτων ψυχρών.

Εις μίαν, καφετερίαν, ομαδικήν και φιλικήν φραπεδοποσίαν.

Ομολογώ εν τσίμπημα εις μπισκότου εκ του μπολ.

Προσδοκώ τασάκι καθαρόν.

Και να είναι η ζάχαρη λιωμένη.

Αμήν. »
thumbnail
Σε νέο μετακόμισα σπίτι,
πανάθεμά το,
όλο σκουπίδια, φρόκαλα
και χώματα γεμάτο
κι αντί μέσω της έμπνευσης
τους ουρανούς να ΄γγίζω
με βάζει η γυναίκα μου
συνέχεια να σκουπίζω.
Το ηθικόν το δίδαγμα
αυτής της ιστορίας
είναι πως όποιος παντρευτεί
θάχει ταλαιπωρίας.
thumbnail
Σε έγλυφα σε ρούφαγα με πόθο και μανία
και ξαφνικά τελείωσες κι έκλαιγα μ' απορία.
Τα υγρά σου σκούπιζα με λύπη από την μούρη,
γιατί τελείωσες άτιμο γλειφιτζούρι;
thumbnail
Nτοματοσαλατα που απλώθηκε στη λίμνη του λαδιού
Ωπ! κρύο πιρούνι άγγιξε το κατάλευκο τυρί
Και μεσα στον πικρό χαμό η πιπεριά μοιρολογεί
που πήγε το κατάλευκο τρικαλινο τυρί;

Πήγε μακριά απάντησε και το σοφό αλάτι
Στον οισοφάγο θα βρεθεί μαζί με λίγο λάδι
Κι αν είναι τυχερό θα βρει και κανα αχλάδι
Που έφαγε ο δολοφόνος στο κρεβάτι

Τ' ακουσε τότε η πιπεριά και έγινε πράσινη απ' τη φρίκη
Από το πιάτο έφυγε, να αυτοκτονήσει πάει
Μα στάθηκε στο δρόμο της η κόκκινη ντομάτα
Και πριν η πιπεριά φύγει από το πιάτο
Της έδωσε γερή κλωτσιά να επιστρέψει στη σαλάτα
thumbnail
Ήταν απομεσήμερο,
καθόμουν στο μπαλκόνι
νοιώθω πως το στομάχι μου
ολίγον τι φουσκώνει,
να φταίει τάχα το ψωμί;
να φταίει το κρεμμύδι;
Ή μήπως τα πεντέμισυ
κιλά πούφαγα μύδι;
ίσως να φταίνε οι αντεριές
ή τα καλαμαράκια,
ή τα μελομακάρονα
ή τα τυροπιτάκια,
μα είναι πιθανότερο
η σκέψη όπως τα φέρνει
νάναι το άγχος το πολύ,
απού συχνά με δέρνει.
Από τα νεύρα τα πολλά
ο στόμαχος φουσκώνει
κι έχει καούρες μόνιμα
που το φαΐ τις στρώνει.
Αγχώδης εγεννήθηκα,
αγχώδης θα πεθάνω,
χορτάτος θα τον στερηθώ
τον κόσμο τον επάνω.
Απ΄ το πολύ το άγχος μου
τσιμπάω λιγουλάκι
και πρόσφατα μου φύτρωσε
κοιλιά κι ένα παχάκι
που άμα βλέπω γύρω μου
να στέκει σαν σωσίβιο
με ένα μένος λυρικό
μιμούμαι τον Οβίδιο
που ήταν νευρικός κι αυτός
και ψιλοαγχωμένος
και μόνιμα απ΄ το φαϊ
εγύριζε πρισμένος.
thumbnail
Συγνώμη που σ'αγάπησα
ακόμα σε προσμένω
δεν ήξερα πως ήσουνα
ένα μαλακισμένο.

Κάποτε ήσουν όμορφο
και κόλλησα μαζί σου
μα τώρα σε ξεπέρασα
και άντε και γ@#*ήσου!
thumbnail
Εργάτης ήμουν άριστος τα περασμένα χρόνια
για ράντισμα με πέρνανε ή να ξαγριζω αλώνια.

Μια μέρα εκεί που δούλευα με είδε κάποια χήρα
πως είχα σύνεργα καλά και ντούρα ψεκαστήρα.

Μου λέει να πάω στο κτήμα της να το καλλιεργήσω
και πως θα μου 'δινε και αυτή ότι και να ζητήσω.

Τέλος τα συμφωνήσαμε πήγα την άλλη μέρα
βλέπω πως είναι το κτήμα της χέρσο πέρα ως πέρα.

«Γιατί το άφησες χριστιανή» της λέω με απορία..
«εργάτη γύρευα καλό»...μου λέει και ευκαιρία.

«Σε είδα και εζήλεψα το μπόι το κορμί σου
και ακόμα περισσότερο την ντούρα μηχανή σου».

Αμέσως το σακάκι μου βγάζω και το πετάω
την μηχανή μου βάζω μπρος και αρχίζω να ραντάω

Μπαίνω απ' την πάνω την μεριά γυρίζω από την άλλη
και η χήρα μου εφώναζε «πέρνα από πίσω πάλι»

Αδειάζω πρώτη μηχανή αδειάζω και δευτέρα
αδειάζω και άλλες τέσσερις ώσπου παρήλθε η μέρα

«Κυρά εστέρεψε ο χαλκός και βγήκανε τ' αστέρια»
«μα δεν μου φτάνουν χριστιανέ μονάχα έξι χέρια

στην θέση που ειν' το κτήμα μου για να με ευχαριστήσεις
δέκα φορές τουλάχιστον πρέπει να το ραντίσεις».

Τρομπάριζα με το στανιό όμως δεν μπορούσα...
όσο και αν ζοριζόμουνα, όσο και αν προσπαθούσα...

Θυμώνω φεύγω βιαστικά παίρνω και το σωλήνα
και αυτή ξοπίσω φώναζε «θα 'ρθεις τον άλλο μήνα»

«Άσε να φύγω τώρα πια και θα ξανάρθω πάλι
να φέρω και τους φίλους μου να βοηθήσουν κι άλλοι».

«Άντε και κάνε γρήγορα και μην καθυστερήσεις
φέρε μου μάστορες καλούς το κτήμα να ραντίσεις,

και αφού με σένα τ' άρχισα να το καλλιεργήσω
στείλε μου κι άλλους όσους βρεις για να το συντηρήσω»

Γι’ αυτό που λέτε φίλοι μου εσείς όπου ραντάτε
σε κτήμα ακαλλιέργητο χήρας ποτέ μην πάτε,

όποιος σε κτήμα χήρας μπει και ντούρος να τα βάλει,
θα σκάσει ο ψεκαστήρας του και ας είναι από ατσάλι,

εκτός αν πάρτε φίλους σας με ντούρο ψεκαστήρα
να βοηθούν όλοι μαζί για να χαρεί η χήρα.
thumbnail
Κοιτάζω τι θάλασσα και βλέπω εσένα
κοιτάζω τον ουρανό και βλέπω πάλι εσένα
ε, τι θα γίνει ρε φίλε, θα πας ποιό κει να δούμε και τίποτα άλλο;
thumbnail
Η γυναικά μου ,σαν κούκλα με το νέο της φουστάνι,
στον περιπατώ σαν βγαίνει, είδες νάζι που το κάνει;
'Προσκυνώ!' της λέει ο ένας ,' δούλος σας!' της λέει ο άλλως.
Κι εγώ ωσάν μεγάλως της Ευρώπης διπλωμάτης
αντιχαιρετώ τους φίλους, συμπεριπατών σιμά της.

'- Γυναικούλα μου , ποιος είναι ο ξανθός με τα μουστάκια;;'
'- Παίζαμε μαζί ' μου λέει 'όταν είμαστε παιδάκια'.
'- Αμ αυτός ο μαυρογένης;;'
'- Αυτός είναι ο κουμπάρος της κουμπαράς της Ελένης'.
'- Και αυτός που περπατάει σα μουλάρι που κλωτσάει;'
'- Μου τον είχανε συστήσει τις προάλλες σ'ενα τσάι'.
'- Αμ αυτός που'χει βαμμένα τα μουστάκια και τα γένια;'
'- Ουφ! λογαριασμούς γυρεύεις! Δεν είναι δική σου έννοια!
Βγανε σ'ολους το καπέλο και ποιοι είναι και τι θέλουν
να με ερωτας δε θέλω!...
'

Μωρέ κόσμο που γνωρίζει η γυναικά μου αυτή!
Πως δεν τσ' έρχεται η ηδέα να με βγάλει βουλευτή;;       

Γεωργιος Μολφέτας

Τελευταίες Δημοσιεύσεις
enosis-music.eu
Τελευταίες Δημοσιεύσεις
enosis-music.eu